Μήνυμα
Βιογραφικό
Φωτογραφικό Υλικό
Ηλεκτρονικά Βιβλία
  Πορτρέτο για επτά Μεταρρυθμιστές
  Αλλάζει η Τουρκία;
  Γκάλοπ και εξωτερική πολιτική
  Δέκα πολιτικές φυσιογνωμίες της Κύπρου
  Ανάπτυξη σε μια ενωμένη, ισχυρή κοινωνία
  Η ΕΕ καταλύτης της λύσης στο κυπριακό
  Η Κύπρος και οι Ε.Τ σχέσεις
  Ανανέωση και Εκσυγχρονισμός της Κυπριακής Κοινωνίας
  Ο Κεμαλισμός σε πρώτο πρόσωπο
  Λατινική Αμερική
Εκδόσεις
Άρθρα - Μελέτες
  2009
  2008
  2007
  2006
  2005
  2004
  2003
  2002
  2001
  2000
  1985-1999
Ομιλίες
Ντοκουμέντα
Ιστορικά
ΝΕ Γράμματα
Σύνδεσμοι
Επικοινωνία


Ανανέωση και Εκσυγχρονισμός
της Κυπριακής Κοινωνίας


ΠΡΟΤΑΣΕΙΣ ΓΙΑ ΜΙΑ ΝΕΑ ΠΟΛΙΤΙΚΗ


ΠΕΡΙΕΧΟΜΕΝΑ


  1. Δέκα άξονες για την εξωτερική μας πολιτική
  2. Τουρκία: από τον Κεμαλισμό στο Ευρωπαϊκό στοίχημα
  3. Μια πρόταση για την «Εταιρική Σχέση» Τουρκίας-Ε.Ε
  4. Το Ευρωτουρκικό Σταυρόλεξο
  5. Κοινός Ευρωπαϊκός Στρατός
  6. Το Σ.Κ.ΕΔΕΚ, η Κύπρος και οι S-300

  7. Mε αφορμή τον Εθνικό Ύμνο.Έθνος και Κράτος
  8. Παιδεία και Εκλογές
  9. Πολιτισμός και Ευρωπαϊκή ολοκλήρωση
  10. Χρηματιστηριακή δημοκρατία
  11. Λασπομαχίες και Ποδόσφαιρο
  12. Τοπική Αυτοδιοίκηση: Mε τόλμη για την ισχυρή, συμμετοχική πολιτεία

  13. KIΣΟΣ: Ανανέωση, Ανασυγκρότηση, Ελπίδα
  14. Ενωμένοι στη νέα εποχή
  15. Βουλευτικές Εκλογές 2001
  16. Καθαρές Λύσεις και Συλλογική Πορεία
  17. Εισήγηση για τις Προεδρικές Εκλογές του 1988
  18. Πέντε Δράσεις για το 2001
  19. Διορισμοί Στελεχών στα Δ.Σ. Ημικρατικών Οργανισμών

  20. Συνέντευξη στην εφημερίδα ΑΛΗΘΕΙΑ
  21. Συνέντευξη στην εφημερίδα ΠΟΛΙΤΗΣ
  22. Συνέντευξη στην εφημερίδα ο Φιλελευθερος

  23. Εκσυγχρονισμός και Πατριωτισμός
  24. Σοσιαλιστικός Εκσυγχρονισμός




Δέκα άξονες
για την εξωτερική μας πολιτική


Το κυπριακό ζήτημα συνιστά για δεκαετίες ένα μοναδικό πρόβλημα στο οποίο συναντώνται όλες οι βασικές αρχές πάνω στις οποίες αναπτύσσεται ο ορισμός της πολιτικής. Διεθνείς συσχετισμοί (ψυχρός πόλεμος, νέα τάξη), σύγκρουση των δύο συστημάτων (Η.Π.Α. - ΕΣΣΔ), εθνικές επιλογές, λανθασμένες εκτιμήσεις και προβλέψεις, υπομονή ή ομφαλοσκοπήσεις, συσχετισμοί δυνάμεων στην Κύπρο, στην Ελλάδα και Τουρκία, συνωμοσίες, αδιέξοδες ρητορείες. Μεταξύ άλλων δύο επιλογές κατά την γνώμη μου μπορούν να αναδειχθούν ως διαχρονικά ιστορικές. Η μια για μίμηση, η άλλη για αποφυγή. Ο Ελευθέριος Βενιζέλος η πρώτη, ο Γεώργιος Γρίβας η δεύτερη. Ο Ε. Βενιζέλος (1931) έβλεπε με ρεαλισμό τις διεθνείς ροπές, τους συσχετισμούς Ελλάδας-Τουρκίας, τις ισορροπίες στην Κύπρο. Εισηγήθηκε την ένταση στον χρόνο, το διάλογο ανάμεσα σε Κύπρο - Μ. Βρετανία, την απομάκρυνση της Τουρκίας μέσω της μη ανάμειξης της Ελλάδας. Ο Γ. Γρίβας (1971 - 1974) ήταν στον αντίποδα. Χωρίς εμβάθυνση στο διεθνές σύστημα, με παιδαριώδη πολιτική κρίση, συνέβαλε αποφασιστικά στη ριζική μεταβολή του συσχετισμού δυνάμεων - τρομοκρατία, αγνόηση της τουρκικής ισχύος και στη συνέχεια πραξικόπημα, εισβολή.

Έτσι η Τουρκία πέτυχε de-Facto να ικανοποιήσει ένα σημαντικό γεωπολιτικό της στόχο, τον «μη εγκλωβισμό» του μαλακού υπογάστριου της από μη φιλικές δυνάμεις και εκ δευτέρου την αύξηση της δυνατότητας άσκησης πιέσεων στο Αιγαίο και την Θράκη με βατήρα την Κύπρο. Η σύντομη αυτή αναφορά στο ιστορικό Κυπριακό είναι χρήσιμη. Ερμηνεύει σημερινές κινήσεις και επιλογές της Άγκυρας, είναι οδηγός για τις βασικές κατευθυντήριες αρχές του αυτόνομου επεκτατισμού της Τουρκίας. Οι προτάσεις Ντενκτάς στη Γενεύη ( Ιούλιος 2000) στηρίζουν την πολιτικής της «μη λύσης» υιοθετούν μια ελπίδα πως η de-Facto κατάσταση στην Κύπρο μέσα στον χρόνο θα αναγνωριστεί de jure, είτε ως νομική οντότητα, είτε ως κρατικό μόρφωμα από μικρό έστω αριθμό ακροϊσλαμικών χωρών (Τανζικιστάν, Πακιστάν, Μπακλαντές). Οι προτάσεις Ντενκτάς δε γίνονται δεκτές από καμία Ε/Κυπριακή πολιτική δύναμη κατά συνέπεια οι βασικές μας στρατηγικές έχουν πολύπλοκο χαρακτήρα. Το κίνημα των Σοσιαλδημοκρατών οφείλει να είναι σταθερά ρεαλιστικό στις αναλύσεις του, να είναι πρωτοπόρο στον πολιτικό σχεδιασμό που θα εμποδίζει, θα ακυρώνει και θα ανατρέπει τις πολιτικές ιεραρχήσεις της Άγκυρας. Ο λόγος μας χρειάζεται να είναι πειστικός, έγκυρος, τεκμηριωμένος. Γι΄ αυτό εισηγούμαι 10 άξονες δράσης που κατά τη γνώμη μου θα μας δώσουν μια νέα πρωτοπορία στο εθνικό ζήτημα μέσα σε νέες διεθνείς συνθήκες.

1. ΕΝΟΤΗΤΑ ΒΑΘΟΥΣ

Το εσωτερικό μας μέτωπο πρέπει να έχει ισχύ, να είναι ποιοτικά δυνατό απέναντι στην ποσότητα του Αττίλα. Κανένας δεν θα σώσει την Κύπρο από μόνος του κατά συνέπεια υποστηρίζουμε ότι όλα τα κόμματα έχουν λόγο και ρόλο σε αυτή την προσπάθεια. Η ενότητα για εμάς δεν είναι τέχνασμα, ούτε ευκαιριακό σύνθημα. Είναι υπόθεση βάθους και γι΄ αυτό αναλαμβάνουμε πρωτοβουλίες ή στηρίζουμε άλλες που θα δίνουν ισχύ και κύρος στη λαϊκή συμμετοχή, στη διπλωματία των μαζικών φορέων, στις αυτόνομες διεκδικήσεις των πολιτών, στην ανάδειξη μιας κοινωνίας πολιτών με γνώση, αντίληψη, κρίση.

2. ΙΣΧΥΡΗ ΚΟΙΝΩΝΙΑ

Συμμετοχή σημαίνει την ευρύτερη διασύνδεση με την ολοένα και πιο ισχυρή αμυντική οργάνωση της Κυπριακής Δημοκρατίας. Αμυντική ισχύ σημαίνει διαρκώς και πιο δυνατές ένοπλες δυνάμεις, αύξηση του ακαθάριστου εθνικού προϊόντος που δίνεται για νέα εξοπλιστικά προγράμματα. Για εμάς όμως, για το ΚΙ.ΣΟΣ. άμυνα δεν είναι μόνο οι εξοπλισμοί. Άμυνα είναι και οι πολιτικές εκείνες που ενισχύουν την αξιοκρατία, την μεταρρύθμιση στην παιδεία και την δημόσια διοίκηση, την περισσότερη δικαιοσύνη, τον αγώνα κατά της διαφθοράς και των σκανδάλων. Αυτή είναι η ποιοτική μας διαφορά από τα άλλα κόμματα. Ενώνουμε το πακέτο της ισχύος, δεν απομονώνουμε θέματα που η κοινωνική δυναμική τα ενώνει ως τις πολλές όψεις του ιδίου νομίσματος. Θέλουμε μια κοινωνία με αυτοπεποίθηση, με διάθεση προσφοράς, με στόχους και κατευθύνσεις. Η δική μας ιδεολογία μπορεί να συνθέτει αυτές τις πολιτικές, μπορεί να είναι η ατμομηχανή στις μεγάλες αλλαγές που απαιτεί η κοινωνία μας.

3. Ο ΡΟΛΟΣ ΤΗΣ ΚΕΠΠΑ

Μπορούμε να εμπλουτίσουμε τις πολλές διαστάσεις του ευρωπαϊκού μας δρόμου. Η ένταξη της Κυπριακής Δημοκρατίας στην Ε.Ε. το 2004-5, δεν θα προκύψει από αυτόματες διαδικασίες. Απαιτεί συμμετοχή, δράση, συμμαχίες και αυτό βεβαιώνει η επιτυχημένη δράση μας στο Ευρωπαϊκό Σοσιαλιστικό Κόμμα. Στο θέμα της αρχής όλα τα κόμματα συμφωνούν, όλα θέλουν ένταξη στην Ε.Ε. Το δικό μας κίνημα μπορεί τη συνολική δράση. Η Ε.Ε. επιχειρεί - Ελσίνκι, Λισσαβώνα, Νίκαια - μια σταδιακή διαμόρφωση ενός αμυντικού σχεδιασμού, μιας αυτόνομης στρατιωτικής δομής (60,000 έως το 2003) στα πλαίσια του υπό τον Ξαβιέ Σολάνα μηχανισμού της ΚΕΠΠΑ - δεύτερος πυλώνας της ευρωπαϊκής ενοποίησης. Το κίνημα των Κυπρίων Σοσιαλδημοκρατών στηρίζει αυτές τις πρωτοβουλίες, θέλει την Ε.Ε. να έχει ρόλο στις εξελίξεις. Θέλουμε η Κύπρος να έχει άποψη και προτάσεις στην κοινή ευρωπαϊκή άμυνα. Ωστόσο δεν πρέπει να δίνουμε υπερβολικές διαστάσεις στα δρώμενα της ΚΕΠΠΑ. Για πολλά χρόνια ακόμα ο ρόλος των ΗΠΑ θα είναι κυρίαρχος κατά συνέπεια στις διαδικασίες για επίλυση του κυπριακού ο βασικός ρόλος θα είναι στις ΗΠΑ. Αυτό που είναι εφικτό είναι να ενισχύσουμε το ρόλο της Ε.Ε. ώστε οι προτάσεις για λύση του κυπριακού από την πλευρά του ΟΗΕ να είναι συμβατές με το ευρωπαϊκό κεκτημένο ή οι όποιες μεταβατικές διατάξεις να έχουν - κατά πάγια κοινοτική αρχή - καταληκτική ημερομηνία. Ο ρόλος της ΚΕΠΠΑ θα ενισχύεται μέσα στο χρόνο. Γι΄ αυτό και ανάλογα με τις ζυμώσεις στο κυπριακό οφείλουμε ως ΚΙ.ΣΟΣ. να δώσουμε στον Κοινό Ευρωπαϊκό Στρατό πρώτο ρόλο στις διεργασίες ( ΟΗΕ, ΗΠΑ, Ε.Ε.) για συμμετοχή του στα πλαίσια των συζητούμενων ρυθμίσεων (ειρηνευτικά στρατεύματα) για αποχώρηση του τουρκικού στρατού κατοχής. Η προβολή αυτής της θέσης θα φέρει το κυπριακό στα πόδια της ΚΕΠΠΑ δηλ. στην ανάγκη επίδειξης μεγαλύτερης ευθύνης από ορισμένες δυνάμεις στην Ε.Ε. Στις διεθνείς σχέσεις δεν αρκεί να ζητάς ή να προβάλλεις δίκαιες απαιτήσεις. Συνήθως όλα κινούνται στη βάση της αμοιβαιότητας, των κοινών συμφερόντων. Η Κυπριακή Δημοκρατία έχει μικρό αριθμό κινήσεων τις οποίες μπορεί να αξιοποιήσει.

  • Η αεροπορική βάση Ανδρέας Παπανδρέου με ορισμένες προϋποθέσεις στην υλική υποδομή του Κοινού Ευρωπαϊκού Στρατού.

  • Μπορούμε να διατυπώσουμε μια ειδική πρόταση για τη σύζευξη των Αγγλικών Βάσεων με ιδέες για την δράση της ΚΕΠΠΑ στην Μέση Ανατολή. Το Λονδίνο ενδεχομένως να μη συναινέσει αλλά αυτή είναι μια πρόταση με ευελιξία στο χρόνο.

  • Την αναζωογόνηση του Ενιαίου Αμυντικού Δόγματος Κύπρου - Ελλάδας με διασύνδεση του με πολιτικές της ΚΕΠΠΑ. Οι προϋποθέσεις τώρα τίθενται για αυτό είναι μια καλή ευκαιρία να δώσουμε υλικό στην διπλωματία των κοινών συμφερόντων με προτάσεις λχ. για διάσωση για ατυχήματα στη θάλασσα ή ανθρωπιστικού χαρακτήρα αποστολές στην ευρεία περιοχή μας.

  • Το ζήτημα των αμυντικών διεργασιών στον αμυντικό χώρο έχει ιστορία δεν γεννιέται ούτε ολοκληρώνεται με την ΚΕΠΠΑ. Υπάρχει ήδη μια σχέση της Κυπριακής Δημοκρατίας με την Δυτικοευρωπαϊκή Ένωση (Δ.Ε.Ε.) με το καθεστώς του συνδεδεμένου μέλους. Η ΔΕΕ ως το 2001-2 θα ενσωματωθεί στην ΚΕΠΠΑ άρα ολοκληρώνει τον κύκλο της. Κρίσιμο και πολύπλοκο παραμείνει το ζήτημα των μελλοντικών σχέσεων της Κυπριακής Δημοκρατίας με το ΝΑΤΟ και το προωθημένο πρόγραμμα του «συνεταιρισμός για την ειρήνη». Σε αυτό συμμετέχουν όλα τα ευρωπαϊκά της Α. και Ν.Α. Ευρώπης έως και χώρες της Κ. Ασίας. Το ΝΑΤΟ διευρύνεται και ως επάλληλος κύκλος καλύπτει τις χώρες διεύρυνσης της Ε.Ε. (Πολωνία, Αυστρία, Ουγγαρία, Τσεχία). Το πακέτο ΝΑΤΟ-Ε.Ε. είναι πυκνό και αξεδιάλυτο ιδιαίτερα στον αμυντικό τομέα. Οι περισσότερες ευρωπαϊκές χώρες αναθέτουν στην ευρωατλαντική συνεργασία το κύριο μέρος στις αμυντικές δυνατότητές τους. Ο μακροπρόθεσμος στόχος μας είναι η αυτόνομη ευρωπαϊκή άμυνα, η ενδυνάμωση του ευρωπαϊκού της χαρακτήρα με βάση ψηφισμένες θέσεις της Ε.Ε. Αυτό ικανοποιεί την δική μας αντίληψη για το ευρωπαϊκό μέλλον. Το δικό μας κίνημα θέλει την διαρκώς και πιο ισχυρή φωνή, τα κράτη - μέλη της Ε.Ε. να δώσουν προτεραιότητα στον αμυντικό σχεδιασμό, να είναι η Ε.Ε. ένας παράγοντας ισορροπίας στο διεθνές σύστημα. Η αποτυχία της Ε.Ε. στο ζήτημα του Κοσόβου είναι μια ιστορία που δεν πρέπει να ξαναζήσουμε.

4. ΤΟ ΕΘΝΙΚΟ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ

Το Εθνικό Συμβούλιο είναι θεσμός σταθερά χρήσιμος. Η υπολειτουργία ή αναξιοπιστία του συνδέονται κυρίως με τη δομή και τα αρχηγικά πρότυπα δράσης. Υποστηρίζουμε τη θεσμική μεταρρύθμιση του με:

  • Δημιουργία ισχυρής επιτελικής ομάδας εμπειρογνωμόνων, τεχνοκρατική υποστήριξη του. Την επεξεργασία της γνώσης, των σεναρίων και του σχεδιασμού κινήσεων. Αυτά θα γίνουν με προσλήψεις ή και αποσπάσεις ειδικών.

  • Τη δυνατότητα λειτουργίας του Ε.Σ. σε μηνιαία βάση με επίπεδο αντιπροσώπευσης από μη πρόεδρους για να προετοιμάζει και επεξεργάζεται λύσεις.

  • Υλική στήριξης της νέας δομής του Ε.Σ. σημαίνει ριζική τεχνολογική αναδιάρθρωση των υπηρεσιών του Υπ. Εξωτερικών. Η μετάβαση του στον κόσμο της πληροφορικής και του διαδικτύου, η συμμετοχή του στον κυβερνοχώρο είναι ζήτημα άμεσης προτεραιότητας για το κίνημα μας.

5. ΕΤΑΙΡΙΚΗ ΣΧΕΣΗ ΤΟΥΡΚΙΑΣ - Ε.Ε.

Είναι από κάθε άποψη κλειδί στις εξελίξεις το περιεχόμενο της υπό διαμόρφωση Εταιρικής Σχέσης Τουρκίας - Ε.Ε. Η Ε.Ε. έχει πολιτικό χρέος να διαμορφώσει το περιεχόμενο της σύμφωνα με τα κριτήρια της Κοπεγχάγης και του Λουξεμβούργου. Κατά συνέπεια άσκηση του έννομου κοινοτικού συμφέροντος με τα εξής κριτήρια:

  • Διασύνδεση της βαθμιαίας Τουρκοκοινοτικής σχέσης με τον τρόπο που συμβάλλει η Τουρκία στις προσπάθειες που συμβάλλει για επίλυση του Κυπριακού. Εάν οι διαπραγματεύσεις παραμένουν σε αδιέξοδο έως και την υπογραφή της εταιρικής σχέσης η Ελληνική Κυβέρνηση στηρίζοντας τις προϋποθέσεις που θέτει το Ελσίνκι να επανεξετάσει τη θέση της απέναντι στα χρηματοδοτικά πρωτόκολλα Ε.Ε. - Τουρκίας με κριτήριο πως η Άγκυρα εφαρμόζει τις ομόφωνες κοινοτικές αποφάσεις. Παράλληλα και υπό το φως των τότε δεδομένων η Αθήνα να μελετήσει το ενδεχόμενο της ανοιχτής διαφωνίας, εάν το περιεχόμενο της εταιρικής σχέσης δεν είναι σε αντιστοιχία με όρους που αφορούν και όλες τις άλλες υποψήφιες προς ένταξη χώρες.
  • Ειδικές ρυθμίσεις για περιορισμό του πολιτικού ρόλου των στρατηγών στην Άγκυρα. Συνταγματικές και νομοθετικές αλλαγές που θα καταργούν τον κηδεμονευτικό ρόλο τους στο Συμβούλιο Εθνικής Ασφαλείας.
  • Κατάργηση νόμων και διαταγμάτων που συνδέονται με την ελευθερία γνώμης, ανάπτυξη του σεβασμού στην διαφορετικότητα, πολιτικές πρωτοβουλίες για διάλογο με τους Κούρδους, ελεύθερη δημιουργία κομμάτων.
  • Σταθερή εμμονή (Λουξεμβούργο και Ελσίνκι) για σχέσεις καλής γειτονίας με την Ελλάδα, τερματισμό των προκλήσεων, προσφυγή στη Χάγη για το ζήτημα της υφαλοκρηπίδας του Αιγαίου.
 

6. ΟΙ ΕΛΛΗΝΟΤΟΥΡΚΙΚΕΣ ΣΧΕΣΕΙΣ

Οι Ε/Τ σχέσεις (Αιγαίο, Θράκη) είναι ακόμα μία έκφραση της Τουρκικής επιθετικότητας. Γι΄ αυτό η ισχυρή στρατιωτική αποτρεπτική δύναμη είναι για την Ελλάδα δρόμος αυτονόητος, ένας από τους κύριους παράγοντες διατήρησης της ειρήνης και της σταθερότητας στην περιοχή. Το Ενιαίο Αμυντικό Δόγμα και οι διακρατικές συνεργασίες συνιστούν απαραίτητους όρους ενίσχυσης μιας στενούς και ειλικρινούς συνεργασίας ανάμεσα στην Κύπρο και στην Ελλάδα. Εδώ και ένα χρόνο στις σχέσεις Ελλάδας Τουρκίας αναπτύσσεται ένας διάλογος σε διάφορα επίπεδα. Ζούμε σε μια διεθνή συγκυρία που ο «μη διάλογος» θεωρείται ακατανόητος, σε ωθεί στο περιθώριο. Κατά συνέπεια θεωρούμε πως η πολιτική της επικοινωνίας ανάμεσα σε Αθήνα και Άγκυρα έχει διεθνή απήχηση. Αυτό από μόνο του δεν είναι αρκετό, δεν ικανοποιεί τις δικές μας ανάγκες από τη στιγμή που η Τουρκία εξακολουθεί να είναι πλήρως αδιάλλακτη στο Κυπριακό. Θέλουμε αυτή η στρατηγική επικοινωνίας να κινείται σε ένα πλαίσιο αμοιβαιότητας να δημιουργεί σταδιακά κλίμα για αμοιβαίως επωφελείς εξελίξεις. Κάτι τέτοιο έως σήμερα δεν συμβαίνει. Καταγράφεται μια πρόοδος σε ζητήματα «χαμηλής πολιτικής» όπως λ.χ. μείωση του αριθμού των παραβιάσεων στον εναέριο χώρο του Αιγαίου, βελτίωση της θέσης του Πατριαρχείου στην Κωνσταντινούπολη, επίσκεψη του Πατριάρχη Βαρθολομαίου στην Καππαδοκία. Η πρόοδος αυτή εάν δεν καταγραφεί σε σύντομα χρονικό διάστημα και στα ζητήματα υψηλής πολιτικής (Κυπριακό, υφαλοκρηπίδα στο Αιγαίο) τότε θα χάσει την δυναμική της και θα εγκλωβιστεί σε ήσσονος σημασίας θέματα. Θα ακυρωθεί μέσα στο χρόνο. Γι΄ αυτό χρειάζονται χειροπιαστά δείγματα γραφής από την Τουρκία διαφορετικά η Ελλάδα έχει κάθε συμφέρον να δώσει νέες ισορροπίες στην εξωτερικής της πολιτική. Δοκίμασε τα ανοίγματα, έπραξε αυτό που επιβάλλουν οι διεθνείς ροπές, πήρε επαίνους στον διεθνή στίβο αλλά αυτό δεν είναι μόνιμο, δεν αντέχει στο χρόνο. Το κίνημα μας υποστηρίζει αυτή τη διαφορετική ισορροπία. Σε κάθε περίπτωση το Κυπριακό παραμένει η λυδία λίθος πάνω στην οποία δοκιμάζεται η αξιοπιστία των Τουρκικών ανοιγμάτων και ασφαλώς είναι για κάθε Ελληνική Κυβέρνηση το σταθερά κορυφαίο ζήτημα.

 

7. Ε.Ε. - ΤΟΥΡΚΟΚΥΠΡΙΟΙ

Το κεφάλαιο Τ/Κύπριοι είναι σημαντικό, με πολλές διαστάσεις και ποικίλες πτυχές. Με επίγνωση των ορίων της η επαναπροσέγγιση είναι ένα βασικό τμήμα της πολιτικής μας. Θεωρούμε όμως ότι οι συναντήσεις επιλεγμένων ομάδων κάτω από το συντονισμό ξένων πρεσβειών δεν προωθούν οτιδήποτε γι΄ αυτό και στο ζήτημα χρειάζεται να δώσουμε νέα περιεχόμενα, να οικοδομήσουμε νέες δράσεις:

  • Το ΡΙΚ (ειδικότερα το τμήμα της τηλεόρασης) έχει, ως δημόσιος φορέας εικόνας και ιδεών, πολιτικό καθήκον να ανοίξει ένα μέρος του στον κόσμο των Τ/Κυπρίων, να απευθυνθεί με λόγο και ταινίες και στις νότιες περιοχές της Τουρκίας - ισχυρότεροι πομποί, τουρκικές ταινίες, πληροφόρησης σε ζητήματα της Ε.Ε.
  • Το κίνημα των Σοσιαλδημοκρατών συμμετέχει στις συναντήσεις με τα Τουρκοκυπριακά κόμματα είτε στην Κύπρο είτε στο εξωτερικό. Οι επαφές αυτές αν και συχνά μη παραγωγικές είναι μέρος του πολιτικού μας σχεδιασμού.
  • Δημιουργούμε πλαίσιο επαφών με Τ/Κυπριακά κόμματα της αντιπολίτευσης, ιδιαίτερα με το Κίνημα της Πατριωτικής Ενότητας και σε άλλο επίπεδο με το Τουρκικό Ρεπουπλικανικό και το Κόμμα της Κοινοτικής Απελευθέρωσης. Το ΚΙ.ΣΟΣ θέλει να έχει απήχηση και στους Τ/Κύπριους, επιδιώκει να έχει δίκτυο συνεννόησης μαζί τους και στην Κύπρο και στο εξωτερικό.
  • Στο πλαίσιο της Ευρωπαϊκής μας πορείας χρειάζεται να επεξεργαστούμε (κόμματα-κυβέρνηση-εθνικό συμβούλιο) μια σύγχρονη πολιτική ανοιγμάτων προς τους Τ/Κύπριους. Η Ε.Ε. με αποφάσεις της το 1995, το 1998, και το 1999 κάλεσε την Κυπριακή Κυβέρνηση να προωθήσει ένα πακέτο ανοιγμάτων προς του Τ/Κύπριους ώστε να κατανοήσουν τα οφέλη από την ενταξιακή διαδικασία. Είναι απολύτως χρήσιμο η κυβέρνηση να κάμει προτάσεις στη γραφειοκρατία των Βρυξελλών για έγκριση χρηματοδοτικών προγραμμάτων προς τους Τ/Κύπριους, ειδικά σε μειονεκτούσες ζώνες κατά πάγια κοινοτική αρχή. Η όλη εξέλιξη πρέπει να μένει στα χέρια της Κυπριακής Κυβέρνησης η οποία οφείλει να συμπεριφέρεται ως κυβέρνηση όλων των Κυπρίων. Ένα βασικό μήνυμα από το Ελσίνκι στη κυβέρνηση και τα Ε/Κυπριακά κόμματα ήταν το εξής: κάντε ανοίγματα προς τους Τ/Κύπριους, μη μένετε αδρανείς, απλώς να περιμένετε το χρόνο για να ενταχθείτε στην Ε.Ε. Το δικό μας κίνημα οφείλει να αποκρυπτογραφήσει με καθαρή σκέψη τη πτυχή αυτή γιατί, και μέσω αυτής θα ενισχύσουμε τη διαπραγματευτική μας θέση στην κρίσιμη περίοδο του 2003-2005.

8. ΕΝΤΑΞΗ ΚΑΙ ΧΩΡΙΣ ΛΥΣΗ

Η πιο πιθανή εξέλιξη στο Κυπριακό κατά το χρονικό διάστημα του επόμενου κύματος διεύρυνσης της Ε.Ε. (15 +6) είναι η μη πρόοδος, η διατήρηση του σημερινού αδιεξόδου. Σε αυτή θα επιδιώξουμε ένταξη της Κυπριακής Δημοκρατίας στην Ε.Ε. και χωρίς επίλυση του Κυπριακού, ένταξη νομικά όλης της επικράτειας όπως έγινε παλαιότερα 1988 με την Τελωνειακή ένωση Κύπρου-ΕΟΚ. Αυτή η εξέλιξη συνιστά μια εκ των πραγμάτων, σοβαρή άσκηση πιέσεων στην Άγκυρα, θα αυξήσει το αίσθημα ασφάλειας των Ε/Κυπρίων, θα δώσει ανάσες οξυγόνου στους Τ/Κύπριους. Ενώ η Κυπριακή Δημοκρατία θα καθίσταται μέλος της Ευρωπαϊκής οικογένειας, σημαντικοί γεωπολιτικοί στόχοι της Τουρκίας θα ακυρώνονται και οι όλοι συσχετισμοί Κύπρου-Τουρκίας θα αποκτήσουν νέες ισορροπίες. Προς αυτή την κατεύθυνση συμβάλλει το κείμενο του Ελσίνκι -1999 -όπως το διαμόρφωσε η διορατικότητα του Γιάννου Κρανιδιώτη. Σ΄ αυτό το δύσκολο χρονικό διάστημα 2000-2003 οι προσπάθειες για επίλυση του Κυπριακού πρέπει να συνεχίζονται. Σε κάθε γύρο συνομιλιών έχουμε χρέος να δοκιμάζουμε, να είμαστε δραστήριοι, με ιδέες στηριγμένες στα κείμενα του ΟΗΕ για τη δίκαιη επίλυση του Κυπριακού. Αυτή η θετική δράση μας θα υπολογιστεί σοβαρά από την ευρωπαϊκή οικογένεια, θα αποδυναμώνει τους αντιπάλους μας στην Ε.Ε. και θα δώσει επιπρόσθετα επιχειρήματα στους συμμάχους μας. Η Άγκυρα είναι πολύ πιθανόν να θελήσει ως αντάλλαγμα 2004 για την ένταξη της Κύπρου στην Ε.Ε. να πάρει η ίδια χρονοδιάγραμμα για ενταξιακές διαπραγματεύσεις, χωρίς επίλυση του Κυπριακού. Σε αυτό το ζήτημα η θέση μας ως ΚΙ.ΣΟΣ πρέπει να είναι σαφής: Η Τουρκία ούτε τώρα ούτε το 2003 θα πληροί τις προϋποθέσεις για να είναι χώρα με ενταξιακό καθεστώς. Γι΄ αυτό υποστηρίζουμε με βάση την ιστορία στις Τουρκοκοινοτικές σχέσεις (1963,1996,1999) ότι η καλύτερη δυνατή εξέλιξη για τις ευρωπαϊκές απαιτήσεις είναι ένα μελλοντικό καθεστώς «Συνδεδεμένου Εταίρου» όπως με την Ουκρανία.

9. Η ΛΥΣΗ ΤΟΥ ΚΥΠΡΙΑΚΟΥ

Η άσκηση της εξωτερικής πολιτικής είναι ένας συνδυασμός ισχύος. Ένα σύστημα σχέσεων από στοιχεία οικονομικής, πολιτικής και στρατιωτικής ισχύος. Επιδιώκουμε ένα δυναμικό πλαίσιο εξέλιξης που θα δίνει στην Κυπριακή Δημοκρατία περισσότερες δυνατότητες για την επίλυση του Κυπριακού και την ενσωμάτωση της στην πιο προηγμένη οικογένεια κρατών στον πλανήτη μας, στην Ε.Ε. Στη διεθνή και εσωτερική μας δράση το ΚΙ.ΣΟΣ πρέπει να έχει καθαρές θέσεις. Επιδιώκουμε λύση με βάση τα ψηφίσματα του ΟΗΕ, τις δύο συμφωνίες υψηλού επιπέδου, στηρίζουμε τις ομόφωνες αποφάσεις του Εθνικού Συμβουλίου, του 1989 εξελιγμένες και προσαρμοσμένες στο ευρωπαϊκό κεκτημένο. Το ΚΙ.ΣΟΣ δεν είναι άρνηση ή κόμμα διαμαρτυρίας. Ο ιστορικός συμβιβασμός για λύση ομοσπονδίας είναι αποδεκτός από το κίνημα μας γιατί μέσα σε ορισμένο πλαίσιο δυνάμεων επιτρέπει στους Ε/Κύπριους τη μέγιστη δυνατή αλλαγή και βελτίωση της θέσης μας, την άσκηση των θεμελιωδών δικαιωμάτων μας - επιστροφή, ελεύθερη διακίνηση, εγκατάσταση, απόκτηση περιουσίας. Οι καθαρές θέσεις, οι επεξεργασμένες πολιτικές για ακύρωση των τουρκικών στόχων επιτρέπουν την πιο μαζική δράση μας, την ευρύτερη αποδοχή των θέσεων μας.

10. Ο ΜΕΤΑΡΡΥΘΜΙΣΤΙΚΟΣ ΣΥΝΔΥΑΣΜΟΣ

Οι διεθνείς σχέσεις, η εξωτερική πολιτική οικοδομείται μέσα σ΄ ένα ορισμένο περιβάλλον όπου πολλοί παράγοντες διαμορφώνουν εξελίξεις, συχνά καθορίζουν την μορφή και το περιεχόμενο του. Οι αλληλεξαρτήσεις, τα κοινά συμφέροντα, η συμμετοχή στο διεθνές γίγνεσθαι, η πολιτική των διασυνδέσεων, και ο κόσμος της πληροφορικής επιτρέπουν στα μικρά κράτη όπως η Κύπρος να έχουν ρόλο στις εξελίξεις, να δημιουργούν συμμαχίες να επηρεάζουν ως ένα βαθμό τον διαρκώς μεταβαλλόμενο κόσμο μας. Η άσκηση της εξωτερικής πολιτικής απαιτεί βαθύ συναίσθημα ευθύνης, προβλέψεις, σχέδια αλλαγών, μακριά από δημαγωγίες και εύκολα χειροκροτήματα. Το κυπριακό σε πολλές φάσεις του κύκλου του ταλαιπωρήθηκε από πρόσωπα και δυνάμεις που έβαλαν του ιδιοτελείς προσωπικούς τους στόχους πάνω από το εθνικό συμφέρον. Διαχειρίστηκαν το Κυπριακό για να το φέρουν στα δικά τους ασήμαντα μέτρα. Είναι οι ίδιοι που παραμένουν πιστοί οπαδοί των αρνήσεων και της ρητορικής κατατρόπωσης των εχθρών, την ίδια στιγμή που είναι οι πρωταθλητές στα ρουσφέτια δηλ. στη συστηματική υπονόμευση της κοινωνικής συνοχής. Το δικό μας κίνημα μπορεί να διαγράψει ένα νέο τρόπο άσκησης της εξωτερικής πολιτικής στηριγμένο σε μια σύγχρονη πατριωτική αντίληψη, σε ένα μεταρρυθμιστικό συνδυασμό εξωτερικής και εσωτερικής πολιτικής. Μπορούμε να δώσουμε στην πατρίδα μας νέες δυνατότητες. Ο λαός


 
Αρχή Βιβλίου ]



Τουρκία: από τον Κεμαλισμό στο Ευρωπαϊκό στοίχημα


Η Συνθήκη της Λωζάνης (1983) αποτύπωσε σε μεγάλο βαθμό με νομικές δεσμεύσεις, ότι είχε συντελεστεί στο πολιτικό πεδίο το 1922. ΄Ετσι, ο Μουσταφά Κεμάλ Αττατούρκ με το φωτοστέφανο του νικητή επέβαλε τη δική του αντίληψη για τον «εκδυτικισμό» της χώρας του. Mε το μαστίγιο, άλλαξε ορισμένα εξωτερικά στοιχεία των Τούρκων (καπέλλο αντί φέσι, νέο ημερολόγιο, λατινικό αλφάβητο, δυτική ενδυμασία). Αυτές οι αλλαγές ήταν προς τη σωστή κατεύθυνση. Αντί, όμως, αυτές να εξοπλιστούν και με πολιτικές μεταρρυθμίσεις, έμειναν ως το εξωτερικό περιτύλιγμα ενός συγκεχυμένου εκδυτικισμού.

Ο Μουσταφά Κεμάλ, ως Πατέρας των Τούρκων, έκανε γνωστό τον ιδεολογικό του προσανατολισμό με τη θεωρία των «Έξι Βελών»- ρεπουμπλικανισμός, εθνικισμός, λαϊκισμός, κρατικισμός, λαϊκευση και μεταρρυθμισμός ή επαναστατισμός.

Στόχος του Μουσταφά Κεμάλ, η ανάπτυξη μέσα σε συνθήκες μονοκομματικής διακυβέρνησης από το Λαϊκό Ρεπουμπλικανικό Κόμμα με τον ίδιο ισόβιο ηγέτη. Σχετικά σύντομα, το Κεμαλικό μοντέλλο οργάνωσης της Τουρκικής κοινωνίας έδειξε πως δεν υπάκουσε στις εντολές του Τούρκου Βοναπάρτη. Το ισλαμικό κίνημα είναι και σήμερα ακμαίο, παρ' όλη τη πολεμική που του άσκησε το Κεμαλικό κράτος, με ή χωρίς Κεμάλ. Με τις πρώτες, σχετικά ελεύθερες, εκλογές, τόσο ο Α.Μεντερές, όσο και ο Τ.Μπαγιάρ έδειξαν διαθέσεις για μια διαφορετική έστω, ερμηνεία του Κεμαλισμού. Το αποτέλεσμα ήταν διαρκώς οπισθοδρομικό. Τρια πραξικοπήματα (1960,1971, 1980) σφράγισαν την Τουρκική κοινωνία , όλα στο όνομα του Κεμάλ, -διατήρηση του λαϊκού χαρακτήρα του κράτους- αλλά στην ουσία οδήγησαν σε μια ισχυρή διαδικασία εγκατάστασης των Τούρκων στρατηγών στην πρώτη θέση του πολιτικού συστήματος. Κατ΄αυτόν τον τρόπο το Γενικό Επιτελείο νομιμοποιήθηκε ως ο συνεχιστής και θεματοφύλακας των κεμαλικών παραδόσεων,

και ως ο μηχανισμός καταστολής του διαφορετικού (ισλαμιστές, αριστεροί, Κουρδικό Κίνημα).

Είναι σαφές πως τόσο η θεωρία του Κεμαλισμού, όσο και οι επίγονοί της στο πανίσχυρο «Συμβούλιο Εθνικής Ασφαλείας», συγκρούονται κατά άμεσο και πολυδιάστατο τρόπο με τις δυτικές αξίες για τη δημοκρατία, την πολυφωνία και την άσκηση των θεμελιωδών δικαιωμάτων. Ισοδυναμεί με μια ιδιόμορφη «στρατοκρατία», με πλήθος από αντιφάσεις και ασαφείς διακηρύξεις.

Το 1963 η Τουρκία υπογράφει «Συμφωνία Σύνδεσης» με την Ευρωπαϊκή Οικονομική Κοινότητα, γεγονός που θεωρείται ως το πρώτο βήμα για ένα μακρύ και πολύπλοκο σύστημα σχέσεων ανάμεσα στα δύο μέρη. Το 1987 η Άγκυρα υπέβαλε αίτηση στις Βρυξέλλες για να γίνει πλήρες μέλος της ΕΟΚ. Η αίτησή της απερρίφθη το 1989, εν μέσω πλήθους ενστάσεων για την ποιότητα του Τουρκικού κράτους.

Ισχυροί γεωπολιτικοί λόγοι και εμπορικοί υπολογισμοί οδήγησαν τις Ευρωπαϊκές σχέσεις σε νέα τροχιά. Από την 1.1.1996, τέθηκε σε ισχύ η Τελωνειακή Σχέση Τουρκίας-Ε.Ε., με κορυφαίο αντάλλαγμα τη διαμόρφωση χρονοδιαγράμματος για την έναρξη ενταξιακών διαπραγματεύσεων με τη Κυπριακή Δημοκρατία, έξι μήνες από το τέλος της Διακυβερνητικής Διάσκεψης.

Στη κορυφή των Ευρωτουρκικών σχέσεων εξακολουθεί να δεσπόζει το κείμενο συμπερασμάτων του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου στο Ελσίνκι (Δεκ.1999). Η Τουρκία, κρινόμενη με γεωπολιτικούς όρους, παίρνει τον τίτλο του υποψήφιου προς ένταξιν κράτους, έναν τίτλο που δεν τον δικαιούται εξαιτίας της εσωτερικής της κατάστασης και της επεκτατικής συμπεριφοράς της. Η πίεση των ΗΠΑ σε πολλές Ευρωπαϊκές χώρες απέδωσε καρπούς, ενώ δεν απουσίασαν και οι αναλύσεις που θέλουν τη Τουρκία πιο κοντά στην Ευρώπη, απλώς για να μην οδηγηθεί σε ακραίες φανταμενταλιστικές περιπέτειες.

Οι αποφάσεις του Ελσίνκι δικαίως εξακολουθούν να απασχολούν την κοινή γνώμη στη Κύπρο. Από τότε ως σήμερα, όχι μόνο δεν έχει συντελεστεί καμμιά μεταβολή στη Τουρκική συμπεριφορά, αλλά και εξαφορμής του κειμένου της “Εταιρικής Σχέσης” Τουρκίας-Ε.Ε., τα πράγματα περιπλέκονται ακόμα περισσότερο. Γι΄αυτό και χρειάζεται ευρεία επισκόπηση των εξελίξεων και ιδιαίτερη εμβάθυνση στο Τουρκικό πολιτικό σύστημα και τις επιπτώσεις του στις διαθέσεις των Τουρκοκυπρίων.

Η Τουρκία, τόσο στα χρόνια του “Ψυχρού Πολέμου”, όσο και σε αυτά της “Νέας τάξης”, εξακολουθεί να είναι χώρα με στρατηγική αξία, διαθέτει πλεονεκτήματα στο σχηματισμό συμμαχιών και ισορροπιών ισχύος στη Μ.Ανατολή, τον Καύκασο, και την Α.Μεσόγειο. Αυτό το στρατηγικό πλεονέκτημα της Τουρκίας, της επιτρέπει να ασκεί με διπλωματικό θράσος τις επιδιώξεις της, έχοντας κάλυψη και ανοχή από την πλευρά των ΗΠΑ, και ορισμένων ισχυρών κρατών στην Ε.Ε.

Αυτό το ιδιόμορφο πλαίσιο ανοχής στην Τουρκική αλαζονεία έχει περισσότερη απήχηση στις ΗΠΑ, ενώ στην Ε.Ε. οι ισορροπίες είναι διαφορετικές. Στα εκλεγμένα, στα θεσμικά όργανα της Ε.Ε., η Τουρκία συναντά ισχυρές αντιδράσεις, η εικόνα της είναι πολύ πίσω – Ευρωκοινοβούλιο, Μικτές Κοινοβουλευτικές Επιτροπές Κύπρου/Τουρκίας, Ευρωπαϊκή Επιτροπή.

Τρία γεγονότα των τελευταίων μηνών έχουν εξαιρετική σημασία για το σύνολο των Ευρωτουρκικών σχέσεων:

  1. To ψήφισμα του Ευρωκοινοβουλίου για την Κύπρο (4 Οκτωβρίου,2000, εισηγητής Ζ.Ποος, ψήφοι 483 υπέρ, 12 εναντίον, 33 αποχές). Κατά τρόπο δίκαιο οι Ευρωβουλευτές ζήτησαν την αποχώρηση των Τουρκικών στρατευμάτων από τη Κύπρο, την επιστροφή των εποίκων στη Τουρκία, και την ολοκλήρωση της ενταξιακής διαδικασίας της Κυπριακής Δημοκρατίας χωρίς οποιαδήποτε διασύνδεση με την επίλυση ή μη, του Κυπριακού.

  2. Η διαρκής αιώριση της πιθανότητας αναγνώρισης της γενοκτονίας των Αρμενίων από ολοένα και περισσότερα κοινοβουλευτικά σώματα –Γαλλία, Ολλανδία, Ευρωκοινοβούλιο έχουν ήδη προχωρήσει στην αναγνώριση στο ίδιο σχεδόν χρονικό διάστημα- (Οκτώβριος, Νοέμβριος 2000).

  3. Η ισχυρή κόντρα σε πολλά επίπεδα εξ αφορμής του περιεχομένου της «Εταιρικής Σχέσης» Τουρκίας-Ε.Ε. Στο κείμενο αυτό ως μέρος της προενταξιακής στρατηγικής της Τουρκίας –υπάρχουν πολύ θετικές προτάσεις, όπως ,

      α) Μετατροπή του πανίσχυρου Συμβουλίου Εθνικής Ασφαλείας σε «συμβουλευτικό σώμα», κατά το πρότυπο των Ευρωπαϊκών χωρών.

      β) Εκτεταμένο πρόγραμμα μεταρρυθμίσεων με στόχο τη βελτίωση των συνθηκών των πολιτών στη Ν.Α.Τουρκία, όπως η κατάργηση της κατάστασης έκτακτης ανάγκης, οικονομική ανάπτυξη.

      γ) Κατάργηση της ποινής του θανάτου.

      δ) Ακύρωση νόμων και διαταγμάτων που αφορούν την ελευθερία έκφρασης, διακίνησης ιδεών, γλωσσική ελευθερία των Κούρδων στα ΜΜΕ.

      ε) Ένταξη του Κυπριακού στις «βραχυπρόθεσμες δεσμεύσεις» (short-term) της Τουρκίας για «ισχυρή υποστήριξη» από μέρους της των προσπαθειών του Γ.Γ. του ΟΗΕ για να οδηγηθούν σε «αίσιο πέρας» οι διαπραγματεύσεις γαι την επίλυση του Κυπριακού.

      στ) Επανάληψη του Ελσίνκι εις ότι αφορά τη διασύνδεση του ζητήματος της υφαλοκρηπίδας στο Αιγαίο με προσφυγή στο Διεθνές Δικαστήριο της Χάγης-χρονικός ορίζοντας το 2004.

Το πλαίσιο που εισάγει το Κείμενο της Εταιρικής Σχέσης (ΚΕΣ) έχει προκαλέσει ισχυρές αντιδράσεις στο κομματικό σκηνικό της Τουρκίας.

Σεζέρ, Ετσεβίτ, Γιλμάζ, Τζεμ, σε ένα κρεσέντο αντι-δηλώσεων επιβεβαιώνουν πως το Τουρκικό πολιτικό σύστημα θα αργήσει πολύ να ανταποκριθεί στα Ευρωπαϊκά πλαίσια και ανάγκες. Το Συμβούλιο Εθνικής Ασφαλείας (24 Νοεμβρίου 2000) διακήρυξε την πρόθεση του να στηρίξει την αποχώρηση Ντενκτάς από τις διακοινοτικές συνομιλίες. Η θέση αυτή –με τη πλήρη στήριξη των Στρατηγών- είναι η ευθεία απάντηση της στρατοκρατίας στη Τουρκία στο αίτημα της Ε.Ε. για κατάργηση του Συμβουλίου Εθνικής Ασφαλείας-. Η ένταξη του Κυπριακού στη πρώτη γραμμή -με την προσθήκη και του Ρ.Ντενκτάς- λειτουργεί ως ο μοχλός για να βρει μαζική απήχηση η κίνηση αυτή. Στην ουσία στοχεύει αλλά, θέλει να επικυρώσει τη θέληση των Στρατηγών να επιβάλουν τους όρους τους για να μην διαταραχθεί η ισορροπία στα κέντρα λήψης των αποφάσεων στη σημερινή Τουρκία.

H τελική έγκριση του ΚΕΣ (4 Δεκεμβρίου 2000) ενώ διατηρεί την πολύ ισχυρή πίεση για ριζικές αλλαγές στο εσωτερικό της Τουρκίας, διαμορφώθηκε κατά τρόπο διπλωματικώς ασαφή εις ότι αφορά τις υποχρεώσεις που αναλαμβάνει στο Κυπριακό. Επιτρέπει τη διπλή ερμηνεία (βραχυπρόθεσμα κριτήρια-ενισχυμένος πολιτικός διάλογος) έτσι που η ιθύνουσα τάξη στη Τουρκία να έχει την ευχέρεια της παραπομπής στο έλασσον –πολιτικός διάλογος. Αυτή η «εποικοδομητική ασάφεια» δημιουργεί πρόσθετες ευθύνες τόσο στην Επιτροπή, όσο και στο Συμβούλιο Υπουργών.

Η θέση της Τουρκικής ελίτ ότι το Κυπριακό είναι έξω από τη σφαίρα των Ευρωτουρκικών σχέσεων, αποτελεί μια συνταγή ακινησίας, η οποία θα υπονομεύει διαρκώς τις δυνατότητες της Ε.Ε. να επηρεάσει τις εξελίξεις. Γι΄αυτό, καθώς η Τουρκία θα ελέγχεται από «μηχανισμούς επιτήρησης», στην εφαρμογή των προνοιών του Κ.Ε.Σ., είναι ιδιαιτέρως παραγωγικό να ενταχθούν οι «βραχυπρόθεσμες δεσμεύσεις» της Άγκυρας –άρα και το Κυπριακό- σε ένα πλαίσιο ελέγχου στο πιο υψηλό επίπεδο, όπως λ.χ. η εποπτεία από το επιτελείο του Επιτρόπου αρμόδιου για τη διεύρυνση Γκ.Φερχόϊγκεν.

Το εσωτερικό πεδίο στη Τουρκία είναι δύσκολο –εξαιτίας της αντιφατικής δομής του- να προχωρήσει με γοργούς ρυθμούς προς τα εμπρός. Οι αλλαγές που γίνονται είναι μικρές, και είναι αυτές που δεν επηρεάζουν τις κεντρικές κατευθύνσεις στη Τουρκική πολιτική σκηνή.

Τα ερωτήματα είναι κεφαλαιώδους σημασίας, επειδή ο τριτοκομματικός συνασπισμός που κυβερνά στην Άγκυρα, (Ετσεβίτ, Γιλμάζ, Μαχτσελί) είναι αντιφατικός, ιδιαιτέρως στα ζητήματα που προκύπτουν από τις σχέσεις με την Ε.Ε.

Οι Στρατηγοί θα δεχθούν κατάργηση του θεσμικού ρόλου τους, μέσω της μετατροπής του Συμβουλίου Εθνικής Ασφαλείας σε συμβουλευτικό σώμα; Υπάρχει, σήμερα, ισχυρή συμμαχία πολιτικών που θα μπορέσει να θέσει τους Στρατηγούς εκτός πολιτικής δράσης;

O M.Γιλμάζ δηλώνει (21 Νοεμβρίου 2000) πως η «απόφαση μας για δυτικοποίηση της Τουρκίας είναι απόλυτη», αλλά αυτή η απόφαση δεν εκφράζει όλους. Είναι σημαντικό να υπογραμμίσει κανείς πως ορισμένες δυνάμεις στη Τουρκία επιδιώκουν να προσαρμόσουν τα Ευρωπαϊκά πρότυπα στις Τουρκικές ανάγκες –Τακτική του ελάσσονος βηματισμού- για να προλάβουν ή να αποφύγουν το αντίστροφο. Έτσι, στη σημερινή συγκυρία, η Τουρκική ηγεσία επιδιώκει να κερδίσει χρόνο, συνδέοντας τη δυτική πορεία της με την εθνικιστική ακαμψία της στο Κυπριακό και το Αιγαίο, ωθώντας και τα Τουρκοκυπριακά κόμματα σε έλλειψη επιλογών. Επιχειρεί να προσπελάσει τη δύσκολη αυτή συγκυρία με απειλές, με παραπομπή στο χρόνο, με στόχο να αλλάξει τους συσχετισμούς υπέρ της.

Στο μακροπολιτικό επίπεδο, η Ευρωπαϊκή πορεία της Τουρκίας είναι προς το συμφέρον τόσο της Κύρου όσο και της Ελλάδας. Αλλά η πορεία αυτή διασυνδέεται πλήρως με όρους και προϋποθέσεις, με κορυφαία διασύνδεση εκείνη που αφορά την επίλυση του Κυπριακού σύμφωνα με τα ψηφίσματα του ΟΗΕ και το Ευρωπαϊκό κεκτημένο. Το ευρωπαϊκό πεδίο δίνει περισσότερα μέσα για ενίσχυση των προσπαθειών της Κυπριακής Δημοκρατίας για άσκηση πιέσεων στην Άγκυρα, και για σύγχρονη πολιτική ανοιγμάτων στους Τουρκοκύπριους. Τίποτα, όμως, στην πολιτική δεν είναι δεδομένο, ούτε εύκολο, ούτε αυτονόητο. Χρειάζεται σχεδιασμός, σύστημα, συλλογικότητα, δράσεις, διεύρυνση των συμμαχιών, επιμονή και αισιοδοξία. Ο χρόνος δεν είναι μια κενή υπόθεση εργασίας. Με αυτοπεποίθηση πως το Ευρωπαϊκό πλαίσιο δίνει περισσότερες ευκαιρίες. Μπορούμε την αντοχή του χρόνου με, συγκριτικά, καλύτερες προϋποθέσεις.

Το Τουρκικό ζήτημα απασχολεί για πρώτη φορά σε τέτοια έκταση το Ευρωπαϊκό πολιτικό σύστημα, και αυτό είναι θετικό για όλους. Εάν η Άγκυρα θέλει να κερδίζει χρόνο, μπρούμε και εμείς να απαντήσουμε με το τρίπτυχο, Ισχυρή Κύπρος, Ευρωπαϊκές δράσεις, Αντοχή στο χρόνο.

Ομιλία σε εκδήλωση του Κινήματος Σοσιαλδημοκρατών με θέμα « Κύπρος-ΕΕ, προκλήσεις και ευκαιρίες»


 
Αρχή Βιβλίου ]



Μια πρόταση για την «Εταιρική Σχέση» Τουρκίας-Ευρωπαϊκής Ένωσης


Η Εταιρική Σχέση Τουρκίας – Ε.Ε αποτελεί την επόμενη σημαντική πρόκληση για την εξωτερική πολιτική της Κυπριακής Δημοκρατίας. Ως συνέχεια αλλά και ως προϋπόθεση των αποφάσεων στο Ελσίνκι (9-10/12/99), τα δύο μέρη θα υιοθετήσουν ένα πολιτικό κείμενο (το Φθινόπωρο του 2000) που θα αποτελεί το πλαίσιο πορείας, ένα Χάρτη Διαδρομής (Road Map), στη βάση μιας σταδιακής σύγκλισης της Άγκυρας με το ευρωπαϊκό κεκτημένο. Η Εταιρική Σχέση θα περιλαμβάνει πολιτικά και οικονομικά κριτήρια με βάση την αρχή της ίσης μεταχείρισης των υποψηφίων. Το Κυπριακό, τα Ελληνοτουρκικά, τα ανθρώπινα δικαιώματα, ο ρόλος του Στρατού συνιστούν πολιτικά κριτήρια, η μη ικανοποίηση των οποίων αναστέλλει αυτόματα για το ορατό μέλλον, την προοπτική έναρξης διαπραγματεύσεων ένταξης Τουρκίας- Ε.Ε.

Το δικό μας Κίνημα των Σοσιαλδημοκρατών έχει το ειδικό χρέος να προβλέψει τις εξελίξεις, να διατυπώσει προτάσεις, να επηρεάσει όσο είναι δυνατόν το όλο σκηνικό. Το παράδειγμα του Ελσίνκι είναι χαρακτηριστικό: η απουσία, ή η σιωπηλή αποστασιοποίηση, δεν οδηγούν πουθενά. Στη βάση του πιο πάνω εισαγωγικού πλαισίου, εισηγούμαι τα εξής:

  1. Είναι στρατηγική επιλογή μας η θετική διασύνδεση του κυπριακού ζητήματος με τις ευρωτουρκικές σχέσεις. Το Ελσίνκι καθόρισε ότι η Εταιρική Σχέση της Τουρκίας θα συνταχθεί με βάση όλες τις προηγούμενες αποφάσεις της Ε.Ε, περιλαμβανομένων του Δουβλίνου και του Λουξεμβούργου. Εάν και στον γ' γύρο των διακοινοτικών συνομιλιών η τουρκική και τουρκοκυπριακή ηγεσίας εξακολουθήσουν να είναι αδιάλλακτες, τότε ή Κυπριακή Δημοκρατία θα πρέπει να κινηθεί δραστήρια για να διεκδικήσει σαφείς αναφορές στην «Εταιρική Σχέση», οι οποίες θα καλούν την Τουρκία, σε δεσμευτικές κινήσεις εις ότι αφορά την επίλυση του Κυπριακού με βάση τα ψηφίσματα του ΟΗΕ. Να κινητοποιηθούμε τώρα, ώστε να αποφύγουμε ένα πιθανό τακτικό ελιγμό της τουρκικής πλευράς για απευθείας συνομιλίες το Φθινόπωρο. Είναι θεμιτό να διεκδικήσουμε, με σαφήνεια, συγκεκριμένα δείγματα γραφής από την πλευρά της κατοχικής δύναμης, όπως, η δέσμευση για ενεργοποίηση του ψηφίσματος 550 του Σ.Α για την Αμμόχωστο, ή να ζητήσουμε μείωση των δυνάμεων του Αττίλα στα πλαίσια ενός χρονοδιαγράμματος για την πλήρη αποχώρηση του. Στις διεργασίες που θα προηγηθούν της «Εταιρικής Σχέσης», η ελληνική κυβέρνηση είναι σε θέση να ζητήσει πάγωμα χρηματοδοτικών πρωτοκόλλων, (με βέτο στον εφαρμοστικό κανονισμό που αποτελεί τη νομική βάση για την Εταιρική Σχέση), έως ότου διαμορφωθεί πλήρως το κείμενο της Εταιρικής Σχέσης. Τα αντισταθμιστικά δείγματα είναι αναγκαία και πρέπει να ενσωματωθούν στο κείμενο της «Εταιρικής Σχέσης». Αυτή τη φορά η Ε.Ε θέλουμε να έχει τη βούληση για ελεγχόμενα βήματα, με ασφαλιστικές δικλείδες, κάθε φορά που η Τουρκία θα επιχειρεί χρονοβόρες τακτικές, θα ήταν επίσης σημαντικό, να διευρύνουμε σε συνεργασία με την ελληνική κυβέρνηση, τις ενδοευρωπαϊκές συμμαχίες για την πληρέστερη καταγραφή των «προϋποθέσεων» μέσα στο κείμενο της Εταιρικής Σχέσης, που στο τέλος, αν υιοθετηθεί ο εφαρμοστικός κανονισμός (με ομοφωνία), θα συμφωνηθεί με ειδική πλειοψηφία. Από τη στιγμή που το Κυπριακό θα αποτελεί τμήμα των πολιτικών κριτηρίων της Εταιρικής Σχέσης, η Επιτροπή, ως θεματοφύλακας της, θα αναλάβει να ασκεί συστηματική εποπτεία. Με βάση την «Εταιρική Σχέση», η Επιτροπή είναι υποχρεωμένη να ενεργοποιήσει συγκεκριμένη ρήτρα της συμφωνίας (Conditionalities) και να αναστείλει τις χρηματοδοτήσεις, επιβάλλοντας κυρώσεις, στη βάση της ίσης μεταχείρισης όλων των υποψηφίων για ένταξη χωρών.

  2. Ένα κύριο συστατικό της «Εταιρικής Σχέσης», αφορά το σύστημα διακυβέρνησης στην Τουρκία. Υπάρχουν οι προϋποθέσεις για να ληφθούν ουσιαστικές αποφάσεις, σύμφωνα με τις οποίες, οι νόμοι και τα διατάγματα στην τουρκική επικράτεια που έρχονται σε αντίθεση με την ευρωπαϊκή έννομη πραγματικότητα, να καταργηθούν (αναθεώρηση του ποινικού και αστικού κώδικα, κατάργηση εθνικών διακρίσεων, ελευθερία έκφρασης και διάδοσης ιδεών). Η Ε.Ε διαθέτει όλα τα τεχνικά μέσα για να ελέγχει τη συστηματική συμμόρφωση της τουρκικής κυβέρνησης στον ευρωπαϊκό νόμο, υιοθετώντας χρονοδιαγράμματα, μηχανισμούς επιτήρησης και κυρώσεων σε κάθε περίπτωση που η .Άγκυρα επιχειρεί παρελκυστικές τακτικές. Το ζήτημα των ανθρωπίνων δικαιωμάτων έχει ευρεία απήχηση στους Ευρωπαίους πολίτες. Μπορεί να ευαισθητοποιηθούν μη κυβερνητικές οργανώσεις -σε αυτό το χρονικό διάστημα- ώστε οι «Μηχανισμοί Επιτήρησης», όπως υιοθετήθηκαν στο Ελσίνκι, να πάρουν ένα πιο δημιουργικό περιεχόμενο. Στα πλαίσια της δράσης των μη κυβερνητικών οργανώσεων να ενεργοποιούνται και οι πρόνοιες για συμμόρφωση της Τουρκίας στις αποφάσεις του Ευρωδικαστηρίου (Συνθήκη Άμστερνταμ, Δικαιώματα του Πολίτη).

  3. Ο ρόλος του Στρατού στην Τουρκία έχει επικριθεί τόσο από τέως και νυν Επιτρόπους (Μπρουκ, Φερχόιγκεν) όσο και από προεδρίες της ΕΕ (Φινλανδία, Αχτισάαρι, επιστολή προς Ντεμιρέλ, 11/99). Είναι ζωτικής σημασίας υπόθεση να αναδείξουμε αυτό το ζήτημα ως κυρίαρχο για την συνολική «Εταιρική Σχέση». Είναι το κλειδί για να συζητήσει η θεσμική Ε.Ε τον παρα-συνταγματικό ρόλο του Στρατού και να υιοθετηθεί ειδική παράγραφος, η οποία να αφορά ένα σαφές χρονικό πλαίσιο, μέσα στο οποίο να τροποποιηθούν τα άρθρα του συντάγματος που αφορούν τη δομή και τον ρόλο του «Συμβουλίου Εθνικής Ασφαλείας»(ΣΕΑ).

  4. Πάγια είναι η αναφορά μας για τις σχέσεις «καλής γειτονίας», τις οποίες οφείλει να καλλιεργεί η Τουρκία ειδικά στις σχέσεις της με την Ελλάδα. Οι απειλές για χρήση βίας και οι αναφορές σε γκρίζες ζώνες στο Αιγαίο, είναι πολιτικά απαράδεκτες και νομικά αστήρικτες. Οι κοινές θέσεις των «15» -όπως έγινε και στο Ελσίνκι- σχετικά με το Διεθνές Δικαστήριο της Χάγης, προωθούν τη σταθερότητα στο Αιγαίο, και η επανάληψη τους συμβάλει στην παγίωση ενός θεσμικού μηχανισμού για την επίλυση του ζητήματος της υφαλοκρηπίδας.

  5. Το Κίνημα των Σοσιαλδημοκρατών είναι σε θέση να προωθήσει τις πολιτικές αυτές μέσα στο Ευρωπαϊκό Σοσιαλιστικό Κόμμα και στην Ε.Ε γενικότερα. Είναι πιο χρήσιμο να μην εξαντλήσουμε την ανάλυση και τη δράση μας μόνο στην τρέχουσα φάση του Κυπριακού. Είναι εξίσου «Κυπριακό», το να προσεγγίσουμε τις εξελίξεις σε όλο το φάσμα των ευρωτουρκικών σχέσεων, επειδή η μια διάσταση (λ.χ. ΣΕΑ) επηρεάζει την άλλη (Κυπριακό) και όλα μαζί συγκροτούν ένα πλαίσιο διπλωματικού αγώνα με πλήθος από πτυχές, αλλά και ποικίλες προσεγγίσεις μέσα στους «15», άλλοτε θετικές, άλλοτε αρνητικές, και συχνά επιφανειακές. Είναι πιο παραγωγικό να «απλώσουμε» τη δράση μας στις διασυνδέσεις συμφερόντων, σε κοινές προσεγγίσεις που θα επιτρέψουν στους «15», να διαδραματίσουν τον πιο αποτελεσματικό ρόλο έως ότου ολοκληρωθεί η «Εταιρική Σχέση» Τουρκίας-Ε.Ε. Το δικό μας Κίνημα, έγκαιρα να καταθέσει ορισμένες εισηγήσεις. Γίνεται παραγωγός πολιτικών πρωτοβουλιών, διαλόγου και συνθέσεων στο Εθνικό Συμβούλιο, και ανταλλαγής σκέψεων με την ελληνική κυβέρνηση. Κατά συνέπεια, είναι σε θέση να δημιουργεί την πολιτική που έρχεται και να επηρεάζει θετικά τις εξελίξεις.


 
Αρχή Βιβλίου ]



Το Ευρωτουρκικό Σταυρόλεξο


Η Σύνοδος Κορυφής της Ε.Ε στο Λουξεμβούργο (1997) έθεσε τρεις προϋποθέσεις για την ανάπτυξη των ευρωτουρκικών σχέσεων. Ανθρώπινα Δικαιώματα στην τουρκική επικράτεια, Κυπριακό, σχέσεις καλής γειτονίας με την Ελλάδα.

Εάν κριθούν τα γεγονότα υπό το πρίσμα των όσων εξελίσσονται στο δρόμο του Ελσίνκι, ασφαλώς και υπάρχουν δύο βέβαιες διολισθήσεις. Η Τουρκία από τη μία δεν δικαιούται τον τίτλο του υποψήφιου προς ένταξη μέλους (άρνηση και των τριών προϋποθέσεων του Λουξεμβούργου), ενώ η ίδια η Ε.Ε (ο βασικός της πυρήνας) έχει διαμορφώσει νέες προσεγγίσεις παρακάμπτοντας εν πολλοίς τα κριτήρια του Λουξεμβούργου. Μια σειρά από λόγοι (πιέσεις ΗΠΑ, τουρκική αγορά, ρόλος Τουρκίας), οδήγησαν τους πιο ισχυρούς της Ε.Ε σε μια νέα ανάλυση: με πολιτικά κριτήρια να στηριχθεί ο «εκδυτικισμός» της Τουρκίας, και να επιβραβευθούν οι δυνάμεις που τον προωθούν, με την απονομή του τίτλου της «υποψήφιας» χώρας. Αυτή η ανάλυση πάσχει από τη φύση της, αφού ούτε ένα σαφές βήμα δεν έχει κάνει η Άγκυρα που να πλησιάζει, έστω ένα από τα κριτήρια του Λουξεμβούργου. Άλλωστε η τουρκική ελίτ αυτό ακριβώς επιδιώκει: να εμφανίζεται ευρωπαία για να κρύβει τον αυταρχισμό της, να φαίνεται ότι βελτιώνεται και στο βάθος να είναι ακίνητη.

Στη Σύνοδο Κορυφής της Κολονίας (Ιούνιος 1999) όλα ήταν σαφή: οι περισσότεροι και οι ισχυρότεροι στην Ε.Ε μετέθεσαν για το Ελσίνκι το «ναι» στην τουρκική υποψηφιότητα. Ως εκ τούτου, το δίλημμα για την Ελλάδα γίνεται συγκεκριμένο: ή μένει στο Λουξεμβούργο και ασκεί veto ή παρακολουθώντας τις εξελίξεις θέτει όρους, ζητά σοβαρά ανταλλάγματα για τα δικά της εθνικά συμφέροντα για να συμφωνήσει στην πρόοδο των ευρωτουρκικών σχέσεων.

Η Αθήνα επέλεξε το δεύτερο δρόμο και δημόσια ο Γ. Κρανιδιώτης (12.7.99) τοποθέτησε τη στρατηγική των ανταλλαγών ως πρώτη της επιλογή. Ακώλυτη ενταξιακή διαδικασία για την Κυπριακή Δημοκρατία, σχέσεις καλής γειτονίας με την Ελλάδα, ανθρώπινα δικαιώματα. Η αξιολόγηση αυτή έχει μια πολιτική τεκμηρίωση με ειδικό κυπριακό βάρος. Με δεδομένη την τουρκική ακαμψία στο Κυπριακό και τις αναιμικές προοπτικές για την επίλυση του, επιδιώκεις να μην θέτεις την ενταξιακή διαδικασία κάτω από τον έλεγχο της τουρκικής αδιαλλαξίας στο κλασσικό κυπριακό. Έτσι, εάν και εφόσον επιτευχθεί στο Ελσίνκι η πρώτη επιδίωξη για την Κύπρο, σημαίνει ότι η Κυπριακή Δημοκρατία αποκτά σημαντικό στρατηγικό πλεονέκτημα στις διακοινοτικές συνομιλίες, διαπραγματεύεται την επίλυση του κυπριακού με διασφάλιση του όρου «ένταξη στην Ε.Ε και χωρίς επίλυση του κυπριακού». Δεν είναι εύκολο να επιτευχθεί αυτός ο στόχος. Στην Ε.Ε υπάρχουν και διαφορετικές φωνές. Εάν όμως αυτό γίνει κείμενο συμπερασμάτων, αυτό σημαίνει μια πολύ σημαντική διπλωματική εξέλιξη, μια πολιτική νίκη της κοινής λογικής ενάντια στον κυνισμό των συμφερόντων.

Στις συνομιλίες Σημίτη-Κληρίδη (14.9.1999), συμφωνήθηκε το πλαίσιο των κινήσεων έως το Ελσίνκι, όπως το είχε σχεδιάσει ο Γ. Κρανιδιώτης. Είναι δε, άξιον σημειώσεως πως και η κυβερνητική επιτροπή στην Αθήνα (21.10.1999) επαναβεβαίωσε το «πλαίσιο Κρανιδιώτη», με την προσθήκη ορισμένων στοιχείων δεύτερης αξίας.

Η πρώτη δημόσια τοποθέτηση του «πλαισίου Κρανιδιώτη» (12.7.1999) προκάλεσε σχεδόν αυτομάτως –και τις πρώτες δημόσιες ρήξεις στο κυπριακό κομματικό τοπίο με τη γνωστή αθλιότητα «άλλο ΠΑΣΟΚ, άλλο Κρανιδιώτης». Ας σημειωθεί επιπροσθέτως, ότι αυτά ήταν παιχνίδια σκοπιμοτήτων για να εκτεθεί ο Γ. Κρανιδιώτης ως ξένο σώμα στο ΠΑΣΟΚ, την ίδια στιγμή που ήταν Γραμματέας Διεθνών Σχέσεων στο ΠΑΣΟΚ, Αναπληρωτής ΥΠΕΞ και με δημιουργική ταύτιση ανάλυσης με τον Κ. Σημίτη!

Στη Λευκωσία, το τελευταίο χρονικό διάστημα αναπτύχθηκε το γνωστό σπορ του «καλού» (Λευκωσία) και του «κακού» (Αθήνα). Η πρώτη, ανησυχεί για ένα (νέο) «ξεπούλημα», στέλλει μηνύματα μέσω τηλεοπτικών ρεπορτάζ, αφήνει να νοηθεί ότι πάει ο Ι.Κασουλίδης στην Αθήνα (μέσα Οκτωβρίου'99) για να προλάβει το «κακό». Τα ερωτήματα προκύπτουν αβίαστα. Δεν ήταν ο ίδιος Ι.Κασουλίδης που χαιρέτισε στο ΑΠΕ τις δηλώσεις Κρανιδιώτη στις 13.7.99; Δεν ήταν η ίδια κυπριακή κυβέρνηση που συμφώνησε στις 14.9.99;

Η ελληνική κυβέρνηση κάλυψε το «πλαίσιο Κρανιδιώτη», δήλωσε δια του πρωθυπουργού Κ.Σημίτη πως δεν θα υποστηρίξει εικονική υποψηφιότητα της Τουρκίας στο Ελσίνκι, δήλωσε δια του ΥΠΕΞ Γ.Παπανδρέου πως η ψήφος της Ελλάδας δεν είναι δεδομένη.

Τι ακριβώς ζητούν ορισμένα κόμματα; Τι ακριβώς αντιπροτείνουν; Θέλουν κάτι άλλο; Ποιά και πως θα επιτευχθεί; Μπορεί κανείς να διαφωνήσει για το πλαίσιο Κρανιδιώτη, ίσως κάποιος άλλος να το θεωρήσει μικρής αξίας, αλλά αυτό που μετρά στην πραγματικότητα είναι η δυνατότητα να κάνεις πράξεις το σχεδιασμό σου, και όχι να διεκδικείς στη σφαίρα του ιδεατού. Το «όλα ή τίποτα» είναι η καλύτερη συνταγή για να μένουν όλα ακίνητα, ή ακριβέστερα, είναι η καλύτερη «συνταγή» για να κρύψεις κανείς την πολιτική του ένδεια. Το ΑΚΕΛ εισήγαγε τον όρο «ευρωδιχοτόμηση». Εννοεί (;) ότι η ένταξη χωρίς την προηγούμενη επίλυση του Κυπριακού, θα παγιώσει μια κατάσταση πραγμάτων, άρα κάτι μη επιθυμητό. Ωστόσο, υπάρχει το προηγούμενο της Τελωνειακής Ένωσης Κύπρου-ΕΟΚ (1987), η οποία νομικά καλύπτει όλη την επικράτεια της Κυπριακής Δημοκρατίας, και στην πράξη εφαρμόζεται στις ελεύθερες περιοχές. Κατά τον ανάλογο τρόπο, οφείλουμε (εάν μας εκφράζει η ευρωπαϊκή στρατηγική) να στηρίξουμε τις πολιτικές εκείνες που ασκούν ορισμένες πιέσεις στην Άγκυρα. Έτσι δεν παγιώνεται καμιά «ευρωδιχοτόμηση».

Παλεύεις για την επίλυση του Κυπριακού πριν την ένταξη, και αν αυτή –πράγμα πιθανότερο- δεν προκύψει εξαιτίας της τουρκικής αδιαλλαξίας, την επιδιώκεις ενώ θα είσαι βέβαιο μέλος της Ε.Ε Αυτή η εξέλιξη προσφέρει περισσότερες ευκαιρίες και βελτιώνει ουσιαστικά τη θέση της Λευκωσίας. Η ηγεσία του ΑΚΕΛ εμφανίζεται να έχει ένα καταγγελτικό λόγο στα ζητήματα που αφορούν την Ε.Ε. Βλέπει μόνο και διαρκώς πιέσεις και αδιέξοδα. Αυτό όμως που ξεχωρίζει ένα σύγχρονο κόμμα, είναι οι προτάσεις του, τα σενάρια, οι επιλογές, τα μέσα που προτείνει για την υλοποίησή τους. Και σε αυτό το ευρωπαϊκό πλαίσιο το ΑΚΕΛ βρίσκεται σε αμηχανία, αντιμετωπίζει κρίση στρατηγικής. Στο όλο πλαίσιο για το Ελσίνκι μπήκε και ο όρος του κλασικού Κυπριακού, ώστε να συναινέσει η Ελλάδα στην αναβάθμιση των ευρωτουρκικών σχέσεων. Το Κυπριακό, όμως, καλύπτει δεκάδες πτυχές και δεν αρκεί να το επικαλούμαστε. Χρειάζεται και να πούμε με καθαρό τρόπο το τι ακριβώς θέλουμε, Εννοούμε επίλυση; ΜΟΕ; Αμμόχωστο; Μερική αποχώρηση του Αττίλα; Αεροδρόμιο Λευκωσίας; Εάν εννοούμε πρώτα επίλυση του Κυπριακού, σημαίνει στην πράξη ότι η Ελλάδα ασκεί βέτο στην Ε.Ε. από το 1987 έως σήμερα. Αυτό εισηγούνται ορισμένοι; Εάν όμως εννοούμε ορισμένα βήματα στο Κυπριακό –και αυτό, υπό όρους, είναι σωστό και παραγωγικό- σημαίνει ότι εδώ και μήνες μετά το σήμα της Κολονίας έχουμε εφικτά σχέδια στο Ε.Σ. τα συζητούμε με την Αθήνα, τα παλεύουμε στα άλλα 14 μέλη, της Ε.Ε. Τελικώς μάλλον, ούτε το ένα εννοούμε, ούτε και το άλλο θέλουμε. Απλώς ανακοινώνουμε «Κυπριακό» και ουδείς αισθάνεται την ανάγκη να δημιουργήσει ή να εισηγηθεί εγκαίρως σχέδια, συλλογικές ευθύνες, εφικτές δράσεις.

Η συζήτηση στο Εθνικό Συμβούλιο (27/10) συνιστά μια εκ των υστέρων αντίδραση που είχε περισσότερο στόχο να «απαλλαγούν» ορισμένοι από τις δικές τους ευθύνες με χρονικά άτοπες εισηγήσεις ή χειρισμούς με μικροκομματικό ορίζοντα. Η συμμετοχή της κυπριακής κυβέρνησης στις εξωτερικές διαβουλεύσεις για το Ελσίνκι είναι απελπιστικά ανύπαρκτη και αυτό βεβαιώνει πως κύρια φροντίδα της είναι το εσωτερικό ακροατήριο. Αυτό που είναι βέβαιο, αφορά το «ποιος θα φταίει» εάν κάτι δεν πάει καλά στο Ελσίνκι. Έως τώρα, έφταιγε ο Γιάννος Κρανιδιώτης. Το Δεκέμβριο, θα βρούμε τον επόμενο στόχο, αν και όλοι υποψιαζόμαστε το ποιος θα είναι… Στο Ελσίνκι η ελληνική κυβέρνηση μπορεί και πρέπει να αναδειχθεί αντάξια των συνθηκών: εάν πάρει σοβαρά ανταλλάγματα σε Κύπρο-Αιγαίο (πλαίσιο Κρανιδιώτη), τότε μπορεί να συναινέσει στην ονομασία της Τουρκίας σαν υποψήφιας προς ένταξη. Εάν δεν επιτευχθούν αυτοί οι στόχοι, τότε η άσκηση του βέτο είναι κάτι παραπάνω από χρήσιμη, είναι εθνικώς επωφελής επιλογή. Μερικοί Ευρωπαίοι εταίροι θα κρυφτούν πίσω από το ελληνικό βέτο, για να ικανοποιήσουν τη συνήθη διγλωσσία τους, αλλά αυτό δεν επιτρέπει στον Κ.Σημίτη να έχει «τρίτες» επιλογές. Είναι ο ίδιος που θα βρεθεί μπροστά σε διλήμματα, ισορροπίες και εντέλει αποφάσεις με μακροπρόθεσμες επιπτώσεις.


 
Αρχή Βιβλίου ]



Κοινός Ευρωπαϊκός Στρατός


Ο Χαβιέ Σολάνα ήταν σχεδόν πανηγυρικός: «Σήμερα (7.3.2000) είναι μια πραγματικά ιστορική μέρα στην ανάπτυξη της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Υποδεχόμαστε για πρώτη φορά μια επιτροπή που απαρτίζεται από στρατιωτικούς …».

Κάτω από αυτά τα εισαγωγικά στοιχεία, συνεδρίασε στις Βρυξέλλες η «Στρατιωτική Επιτροπή» (Σ.Ε.) της Ε.Ε. Ένα αμιγές στρατιωτικό όργανο, το οποίο θα παρέχει στρατιωτικές συμβουλές σε ζητήματα διαχείρισης κρίσεων στις πολιτικές αρχές της Ε.Ε και ειδικότερα στον τομέα της ΚΕΠΠΑ (Κοινή Εξωτερική Πολιτική και Πολιτική Ασφάλειας). Το βήμα είναι σημαντικό, και πίσω από αυτό βρίσκεται το Ελσίνκι. Στην τότε Σύνοδο Κορυφής (9.12.1999), τέθηκαν οι βάσεις για να προχωρήσει η ΚΕΠΠΑ, μπήκαν ορισμένοι στόχοι, και για πρώτη φορά, οι στόχοι συνοδεύονται με χρονοδιαγράμματα. Στα κείμενα συμπερασμάτων του Ελσίνκι (127) καταγράφεται η βούληση των 15, για την ανάπτυξη στρατιωτικών επιχειρήσεων υπό την ηγεσία της Ε.Ε, με την προσθήκη της φράσης «σε περίπτωση που το ΝΑΤΟ δεν συμμετέχει σε αυτές ως σύνολο». Επιδιώκεται (128) η δημιουργία κοινού ευρωπαϊκού στρατού από 50-60 χιλιάδες προσωπικό, έως το 2003, και έως τότε θα εξελίσσεται και η κατάλληλη διοικητική υποστήριξη, με αναπροσαρμογές θεσμών, και δημιουργία στρατιωτικών οργάνων, όπως έγινε με τη Σ.Ε στις 7 Μαρτίου 2000.

Είναι πολύ ενδιαφέρον να υπογραμμιστεί πως οι 15 με τις αποφάσεις στο Ελσίνκι και σε ευθεία αντίφαση με τις ΝΑΤΟϊκές πρακτικές στο Κόσσοβο, υπογραμμίζουν «την πρωταρχική ευθύνη του Συμβουλίου Ασφαλείας του ΟΗΕ για τη διατήρηση της διεθνούς ειρήνης και ασφάλειας».

Εάν το σημείο αυτό δεν αποτελεί μια ευθεία αυτοκριτική για πολλές ευρωπαϊκές χώρες σε σχέση με το Κόσσοβο, είναι, εκ των πραγμάτων, ένα καλό δείγμα γραφής για τις μελλοντικές επιδιώξεις της ΚΕΠΠΑ. Κατά συνέπεια, οι μηχανισμοί ασφαλείας της Ε.Ε θεωρούν ως στρατηγικά ισορροπημένη τη σύνθεση του Σ.Α του ΟΗΕ και ως καθοριστικής σημασίας και για τις δικές τους επιλογές.

Είναι κοινός τόπος να λεχθεί πως η Ε.Ε διαθέτει την «αχίλλειο πτέρνα» της στον τομέα της εξωτερικής πολιτικής. Η σημερινή ανισορροπία έχει διάσημα πόδια: επωφελής και σημαντική πρόοδος στον οικονομικό τομέα (ΟΝΕ, ΕΥΡΩ, Ευρωπαϊκή Τράπεζα), και ταυτόχρονα στασιμότητα ή και σύγχυση στον τομέα Εξωτερικής Πολιτικής και των θεμάτων Ασφάλειας.

Αυτή η μη ισορροπημένη ανάταξη της Ε.Ε έχει σημαντικές επιπτώσεις στην ίδια την εικόνα της ως μιας φιλόδοξης, ανερχόμενης δύναμης, ικανής να διαδραματίσει αυτοδύναμο ρόλο στην παγκόσμια σιωπή. Η εξέλιξη αυτή δεν συνδέεται πλήρως με τις 15 χώρες-μέλη της Ε.Ε. Το κύριο βάρος στην υπό διαμόρφωση ΚΕΠΠΑ ανήκει στις τρεις μεγάλες δυνάμεις της Ε.Ε (Γαλλία, Γερμανία, Μ. Βρετανία), και τις επιλογές τους τη μια ή την άλλη κατεύθυνση. Εάν οι τρεις αυτές οι χώρες, διαρκώς ένα πλαίσιο ρυθμίσεων και κινήσεων, τότε η ΚΕΠΠΑ θα παίρνει ολοένα και πιο αποφασιστικό χαρακτήρα. Το Παρίσι είναι το πιο προωθημένο εις ότι αφορά τον συνολικό σχεδιασμό για την αυτόνομη αμυντικά ευρωπαϊκή ομπρέλα. Είναι η «ατμομηχανή» για πιο αποφασιστικές ρυθμίσεις, και διαθέτει εξαιρετικά ισορροπημένες σχέσεις με τη Γερμανία και τη Μ. Βρετανία.

Το Λονδίνο επιχειρεί να τετραγωνίσει τον κύκλο προωθώντας μια πολιτική σε δύο βάρκες (ταύτιση με ΗΠΑ, ενίσχυση ΚΕΠΠΑ). Το γεγονός αυτό προκαλεί ιδιαίτερο ενδιαφέρον σε μακροπρόθεσμη βάση, αφού το Λονδίνο επιθυμεί να επανασυνδέσει τους δεσμούς του με την Ε.Ε χωρίς να υποβαθμίζει την προνομιακή σχέση του με την Ουάσιγκτον. Το Βερολίνο έχει ιστορικές δεσμεύσεις σε στρατιωτικά ζητήματα, αλλά είναι σε θέση να γέρνει την πλάστιγγα ανάμεσα σε Παρίσι-Λονδίνο, έχοντας και την οικονομική του ευρωστία ως βασικό ατού στην ενδυνάμωση της ΚΕΠΠΑ.

Αυτό που είναι βέβαιο αφορά τα χρονοδιαγράμματα στην προώθηση του Κοινού Ευρωπαϊκού Στρατού: τα αργά βήματα είναι η μόνη συνταγή που εγγυάται μικρές βελτιώσεις, σταθερά βήματα προς τα εμπρός. Οι 15 έχουν εντός τους ποικίλες αντιφάσεις (π.χ. διάσημος ο ατλαντισμός της Ολλανδίας).

Ασφαλώς είναι μέγα και πολύπλοκο έργο το να βρουν ισορροπίες ανάμεσα στην υπό διαμόρφωση ΚΕΠΠΑ και το ΝΑΤΟ και έως τότε, θα δημιουργούνται τριβές και συγχύσεις από την πλευρά της Ουάσιγκτον.

Ο μονοπωλιακός κόσμος, με τις ΗΠΑ να έχουν τον καταλυτικό ρόλο στις εξελίξεις, δεν μπορεί να είναι ένας ισορροπημένος κόσμος, χρειαζόμαστε έναν πολυπολικό κόσμο, ένα σύστημα ασφάλειας που να ακουμπά σε διαφορετικές ισορροπίες, σε δημιουργικές διαφωνίες και νέους κανονισμούς στη διεθνή συμπεριφορά και δράση. Η ΚΕΠΠΑ μπορεί να γίνει ένας μηχανισμός ασφαλείας απολύτως αναγκαίος στον ευρωπαικό χώρο, και ένας ουσιαστικός μοχλός της αυτόνομης αμυντικής δυνατότητας των 15. Μόνο έτσι οι σχέσεις της Ε.Ε με τις ΗΠΑ θα αποκτήσουν ένα πιο παραγωγικό χαρακτήρα, ικανό να ρυθμίζει τα ευρωπαικά πράγματα και σύμφωνα με τις ιδρυτικές αρχές και επιδιώξεις της Ε.Ε.


 
Αρχή Βιβλίου ]



Το Σ.Κ.ΕΔΕΚ, η Κύπρος και οι S-300


Η σημερινή συζήτηση γίνεται μέσα σε ένα φορτισμένο κλίμα. Είναι δύσκολο, σήμερα στην Κύπρο, να κάνουμε ψύχραιμες συζητήσεις, να προσεγγίσουμε με σφαιρικό, με σύνθετο πνεύμα ένα πολύπλοκο ζήτημα όπως αυτό της στρατιωτικής συνεργασίας Κύπρου - Ελλάδας εξ αφορμής των S-300. Μια κοινή γνώμη κυριολεκτικά ντοπαρισμένη από την κυβερνητική προπαγάνδα, τις τηλεοπτικές υπερβολές και τη μετατροπή της άμυνας σε διαφημιστικό προϊόν κατά τις τελευταίες προεδρικές εκλογές, συνήθισε στις απλουστεύσεις, τη ρηχή ρητορεία. Να γιατί το κόμμα μας έχει σήμερα ένα τριπλό χρέος προς την Κύπρο.

  1. Να σταθεί με αίσθημα αυτοκυριαρχίας απέναντι στις εξελίξεις ακριβώς γιατί το κόμμα μας δεν ευθύνεται γι' αυτό το απέραντο παιχνίδι δημαγωγίας που εξελίχθηκε τα τελευταία δύο χρόνια.
  2. Να ασκήσομε υπεύθυνη κριτική, αλλά να μην πέσουμε στην παγίδα της αυτοκαταστροφικής τάσης, του μηδενισμού και της αίσθησης ότι πλέον βαδίζουμε στο κενό.
  3. Να βγάλουμε όλοι τα συμπεράσματά μας, να συζητούμε για να βγαίνουμε όλοι πιο ενημερωμένοι, με λιγότερα επίθετα, με περισσότερα ουσιαστικά.
Το κόμμα μας είναι περήφανο γιατί μέσα στις γραμμές του υπάρχει πολυφωνία, υπάρχουν απόψεις που διαφέρουν. Αυτό είναι μια μεγάλη κατάκτηση για όλους μας, είναι πηγή αισιοδοξίας ότι ο διάλογος η περισσότερη και καλύτερη λειτουργία των οργάνων, μόνο κέρδος φέρει σε όλα τα μέρη του. Ζούμε σε ένα κόσμο με διεθνείς σταθερές, με ισορροπίες ισχύος με αδυσώπητες συγκρούσεις συμφερόντων, με κυνισμό. Στο επίκεντρο της ανάλυσής μας πρέπει να είναι ότι ονομάζεται "σύστημα ασφάλειας της Δύσης". Θέλουμε όλοι να ενταχθούμε στο δυτικό σύστημα συμφερόντων, στην Ε.Ε. Όμως μια συνολική στρατηγική Κύπρου - Δύσης σημαίνει, εκτός από την Ε.Ε., να επεξεργαστούμε πολιτικές ασφάλειας για τα συστήματα ασφάλειας της Δύσης που είναι το ΝΑΤΟ, ο Συνεταιρισμός για την Ειρήνη, και η Δυτικοευρωπαϊκή Ένωση. Όλα τα σοσιαλιστικά κινήματα της Ευρώπης είναι τμήματα αυτού του πακέττου. Χρειάζεται και εμείς, η ΕΔΕΚ να διαμορφώσουμε πολιτικές, να στηρίξουμε πρώτιστα τις αυτόνομες ευρωπαϊκές πολιτικές ασφάλειας. Ακριβώς σε αυτό το σημείο οι S-300 έχουν το διεθνοπολιτικό τους χαρακτήρα. Από τη στιγμή που η αγορά τους επηρεάζει το δυτικό σύστημα ασφάλειας, και από τη στιγμή που η Λευκωσία δεν έχει θέσεις για αυτό, δημιουργήθηκε κλίμα συγκρούσεων, πιέσεων, απειλών από όλα τα στοιχεία αυτού του συστήματος, ΗΠΑ, Ε.Ε., Γαλλία, Γερμανία, Ισραήλ, Αγγλία, Αυστριακή προεδρία της Ε.Ε. κτλ Ερασιτέχνες πολιτικοί στη Λευκωσία, πίστεψαν ότι θα εξεβίαζαν τους πάντες-τελικά πήγαν σε αναθεώρηση της πορείας.

Κάθε σημαντική αγορά με διεθνείς διαστάσεις μπορεί να εντάσσεται σε διεθνείς συσχετισμούς, να κάνει σίγουρα βήματα, να πείθει ότι εξυπηρετεί, μερικώς έστω, τα συμφέροντα των μελλοντικών μας εταίρων. Αυτό απαιτεί χρόνο, αγώνες, ελιγμούς, σταθερότητα στους στόχους, συγκρούσεις στο διπλωματικό επίπεδο, διάλογο, επιχειρήματα, δράσεις, πρωτοβουλίες. Αυτό το πλαίσιο πολιτικής αφορά και το κόμμα μας. Να γιατί είναι σημαντικό για μας να έχουμε την πρωτοπορία στις αναλύσεις, να έχουμε την πολιτική ηγεμονία στα μεγάλα, και βεβαίως στο μείζον που είναι οι αυριανές πλήρεις σχέσεις Κύπρου-Ελλάδας. Σχετική εισήγηση κατέθεσα και στην ολομέλεια της Κ.Ε. του κόμματος πριν από τέσσερα χρόνια (Κύπρος-ΝΑΤΟ, Κύπρος-Συνεταιρισμός για την Ειρήνη, Κύπρος-ΔΕΕ).

Η ιστορική σύγκρουση Δύσης-Ρωσίας, κρατά μερικώς και σήμερα. Πολλοί στη Δύση πίστεψαν ότι μέσω S-300 η Ρωσία αποκτά ορισμένα πλεονεκτήματα στη στρατηγική πολύπλοκη Μ. Ανατολή. Άρα, δεν πείσαμε, δεν αγωνιστήκαμε να πείσουμε ότι τα πράγματα είναι αλλιώς, ότι τα συμφέροντά μας, συμβαδίζουν εν μέρει με τις δυτικές αναλύσεις περί ασφάλειας.
  1. Η ευθεία, η πλήρης ρήξη με το ΠΑΣΟΚ, δεν ωφελεί ούτε την Κύπρο, ούτε την ΕΔΕΚ. Στην κυβέρνηση Σημίτη να καταλογίσουμε καθυστερημένη αντίκριση του θέματος, αλλά και έλλειψη διορατικότητας. Όμως, η αποχώρησή μας από την κυβέρνηση μόνο και μόνο για τους πυραύλους, είναι στην ουσία πλήρης σύγκρουση με το ΠΑΣΟΚ ακριβώς επειδή είναι το όλον ΠΑΣΟΚ που διαμόρφωσε εν πολλοίς τις σημερινές εξελίξεις.
  2. Η πολιτική των σταθερών στόχων, της αντικατοχικής πάλης του κόμματος μας, πρέπει να εμπλουτιστεί με συνδυασμένες, σύνθετες πολιτικές ευελιξίας ενδιάμεσες κινήσεις που υπηρετούν τους μακροπρόθεσμους στόχους. Η περιχαράκωση, η στασιμότητα, οι ηρωικές αρνήσεις ανήκουν στα κόμματα της παραίτησης, όχι στα κόμματα της πρωτοβουλίας, όπως σταθερά πρέπει να είναι το δικό μας.
  3. Είναι ολοφάνερο, ότι για τη διευθέτηση για τους S-300 την κοινωνία μας διατρέχει ένα βαθύ αίσθημα απογοήτευσης. Πολλοί αισθανόμαστε ότι δώσαμε πολύ περισσότερα, και πήραμε με τα ψηφίσματα του Σ.Α. πολύ λιγότερα. Αυτό ήταν και είναι πολύ σημαντικό ζήτημα για μας: Όταν κάνεις δεκάδες λάθη, παιδαριώδη λάθη, π.χ. πολιτική για εσωτερική κατανάλωση, αυτά στο διεθνές σύστημα έχουν κόστος.
  4. Το μέγιστο μάθημα αφορά τη Ν.Ε. ιστορία, αφορά την κυπριακή μας περιπέτεια, αφορά εν μέρει και την ιστορία με τους S-300. Οφείλουμε να οικοδομούμε συμμαχίες στο διεθνές σύστημα. Να δοκιμάζουμε συμπλεύσεις, συμπορεύσεις, ταυτίσεις συμφερόντων με ισχυρές δυνάμεις του διεθνούς συστήματος. Η απομόνωση για μια μικρή χώρα, όπως η Κύπρος, είναι συνταγή για μακρόσυρτες εθνικές ήττες, είναι συνταγή γι' αυτό που όλοι σήμερα αισθανόμαστε. Εθνική μοναξιά, κόστος πολύ μεγαλύτερο του οφέλους. Αυτό είναι το μυστικό αυτής της εξέλιξης με τους S-300: Κοντόφθαλμοι πολιτικοί στη Λευκωσία επέτρεψαν με τους ερασιτεχνικούς χειρισμούς τους να γίνει η Τουρκία εκφραστής ή στυλοβάτης των δυτικών συμφερόντων, για ό,τι η Δύση θεωρεί ασφάλειά της, σε σχέση με τους S-300. Εδώ ακριβώς σε αυτό το σημείο, χάσαμε τη μάχη. Μια Κύπρος υπό ημικατοχή, μια χώρα εν δικαίω, να αφήνει μεγάλα κενά, τα οποία έσπευσε να καλύψει η Τουρκία. Αυτά δεν είναι απλώς μια κοντόφθαλμη πολιτική. Είναι μια βέβαιη συνταγή για να κατεβαίνουμε σκαλί-σκαλί στην περιθωριοποίηση, στην αδυναμία ουσιαστικής επιρροής στις εξελίξεις.
  5. Μέσα σε ένα τέτοιο σκηνικό, οδηγήθηκε η Λευκωσία σε επιλογές του ποδαριού, επιχειρώντας να σώσει τα προσχήματα. Έτσι ο πρόεδρος Κληρίδης εισηγήθηκε να αποθηκευτούν οι S-300. Αυτοί ήταν η τελική ρύθμισή του. Συνεπώς, αδιαφορώντας για την ουσία, κοιτάζοντας το εσωτερικό του ακροατήριο.
  6. Φιλοδοξούμε να οικοδομήσουμε ένα μεγάλο σοσιαλδημοκρατικό κίνημα. Η πορεία έχει αρχίσει, έγιναν βήματα προς τα εμπρός, ασφαλώς μένει να γίνουν πολλά ακόμα. Ένα Σ/Δ κίνημα, όμως, δεν μπορεί να έχει μεγάλο μέλλον όταν στη βάση του το συνδέσουμε με τους πυραύλους, όταν δώσει την εικόνα ότι σκέφτεται μονοδιάστατα, ότι είναι ένα κίνημα με παραδοσιακά χαρακτηριστικά. Ένα σύγχρονο, ένα μεταρρυθμιστικό Σ/Δ κίνημα, οφείλει να σκέφτεται με συνολικούς σχεδιασμούς. Να αποχωρήσουμε από την κυβέρνηση Κληρίδη, για να συμβάλουμε με πιο αποφασιστικές ρυθμίσεις στην οικοδόμησή του. Να έχουμε σταθερά ευρωπαϊκά χαρακτηριστικά, να κινείται με μετριοπάθεια, με ισορροπημένους χειρισμούς. Για όλη την ΕΔΕΚ για όλη την Κεντρική μας Επιτροπή, οι συμμαχίες είναι σοβαρή υπόθεση, για να τις αφήνουμε σε αμετροεπείς πολιτευτές, σε περιθωριακά ρεύματα. Το νέο Σ/Κ κίνημα ή θα είναι ένα κίνημα ελπίδας ή δε θα υπάρχει εάν απλώς συγκολλήσει αριθμούς και πρακτικές από ηγεσίες του χθες.
  7. Είμαστε ένα περήφανο κόμμα με μέλη και στελέχη που έχουν απόψεις, που αγωνίζονται για την ελεύθερη Κύπρο, τη δίκαιη και σοσιαλιστική κοινωνία μας. Γι' αυτό κανέναν δεν ωφελεί όταν και εάν χωρίζουμε τα στελέχη της ΕΔΕΚ σε περισσότερο και λιγότερο αγωνιστές, σε περισσότερο και λιγότερο πατριώτες. Οι διαφορετικές γνώμες δεν παρέχουν το δικαίωμα σε κανένα να βάζει ταμπέλες, να εμποδίζεται έτσι η ελεύθερη διακίνηση απόψεων στο κόμμα μας. Η δυνατότητα της περισσότερης πολυφωνίας και βεβαίως της σύνθεσής της, είναι η ίδια η δύναμή μας.
  8. Το μέγιστο μάθημα αφορά όλα τα πολιτικά κόμματα, αφορά και εμάς. Να παίρνουμε τις αποφάσεις με πλήρη γνώση των δεδομένων. Να προβλέπουμε τις εξελίξεις. Να είμαστε σε θέση να καθοδηγούμε τις πολιτικές μας. Να είμαστε σε θέση να αναπροσαρμόζουμε τις τακτικές μας εφόσον έτσι εξυπηρετούμε καλύτερα τα συμφέροντά μας. Είχαμε προτείνει τον περασμένο Φεβρουάριο ένα φιλόδοξο σχέδιο για το Συμβούλιο Εθνικής Πολιτικής (Σ.Ε.Π.) ώστε το Ε.Σ. να σκέφτεται πιο αποτελεσματικά. Ποιο είναι μέσα στο δικό μας κόμμα το δικό μας ΣΕΠ; Πώς συζητούμε, πώς αποφασίζουμε, πώς γνωρίζουμε τα δεδομένα λ.χ. στην Τουρκία, στην Ε.Ε., στις Ε/Τ σχέσεις, στο καθημερινό Κυπριακό;
  9. Η Κύπρος ζει σήμερα μια δύσκολη συγκυρία. Η απογοήτευση είναι διάχυτη, ακριβώς γιατί με τη λύση S-300 στην Κρήτη, έγινε μια συμβιβαστική φόρμουλα στα πράγματα. Όμως σε ένα έμπειρο κόμμα όπως το δικό μας, δε μας ταιριάζει να προσπαθούμε να κερδίσουμε εύκολες νίκες, σε ένα ολοφάνερα ενδιάμεσο συμβιβασμό. Δε μας ταιριάζει να κερδίσουμε συντροφικές νίκες, στις συντροφικές μας σχέσεις με το ΠΑΣΟΚ. Γι' αυτό τα βήματά μας πρέπει να είναι μετρημένα, οι κινήσεις μας ελεγχόμενες. Με πνεύμα εθνικής ευθύνης να σχεδιάσουμε την πορεία μας, να συμβάλουμε σε μια διαφορετική εξέλιξη της κοινωνίας μας.

 
Αρχή Βιβλίου ]



Mε αφορμή τον Εθνικό Ύμνο. Έθνος και Κράτος


Oι τρέχουσες εξελίξεις επιβάλλουν σε όλους τους φορείς της δημόσιας δράσης, να αναπτύσσουν τις διαφορετικές γνώμες τους μέσα σε ένα πλαίσιο ευθύνης. Η κατοχή είναι ο ένας λόγος, ο άλλος είναι το διεθνές περιβάλλον, και η πίεση που ασκεί στις μικρές κοινωνίες. Οι συζητήσεις που εξατμίζονται σε μια ημέρα, δεν προωθούν οτιδήποε το αξιόλογο. Η επικοινωνία προϋποθέτει ένα κώδικα συνεννόησης που οδηγεί σε ένα ορισμένο αποτέλεσμα. Αυτο το πλαίσιο δεν λειτουργεί ικανοποιητικά στην Κύπρο. Ευθύνεται γι΄αυτό ο πυκνός πολιτικός δογματισμός, ο οποίος είναι κατ΄ευθείαν απότοκος του δικού μας κοινωνικά σινικού τείχους, του κυπριακού διπολισμού.

Ο Κυπριακός διπολισμός πάει πολύ πίσω. Ήδη στα μέσα της δεκαετίας του '40, ο Κυπριακός εμφύλιος μπήκε σε μια μοναδική αποτύπωση. Δεν πήρε τα όπλα όπως έγινε σε άλλες χώρες. Με άλλα μέσα (ειρηνικά, ιδεολογικά, οργανωτικά) οδήγησε σε «εμφυλιοπολεμικές» πρακτικές. Σε κάθε χωριό και πόλη δεξιά και αριστερά καφενεία, δεξιά και αριστερά ποδοσφαιρικά σωματεία, συνδικάτα, ψυχαγωγία κατά παραγγελίαν. Η επί δεκαετίες συστηματική άσκηση του κυπριακού διπολισμού, δημιούργησε κοινωνίες μέσα στην κοινωνία, διχαστικές πρακτικέςς, έλλειμμα διαλόγου, συνεννόησης, επικοινωνίας. Ο άνθρωπος του ενός «ημισφαιρίου», αισθανόταν αυτάρκης ακριβώς γιατί ήταν μονόπλευρα πληροφορημένος, γινόταν αφοριστικός γιατί δεν ήταν σε θέση να ανακατέψει τις ιδέες μέσα και γύρω του. Ασφαλώς πολλά έχουν αλλάξει από τότε. Την ημερήσια διάταξη στις σύγχρονες κοινωνίες δεν την ελέγχει, ούτε ο αποδυναμωμένος διπολισμός, ούτε μερικές φορές τα ίδια τα Κόμματα.

Κύριος διαμορφωτής της, είναι τα Μ.Μ.Ε. ιδίως τα ηλεκτρονικά και οι επιλογές τους. Σε αυτές τις επιλογές κυρίαρχο στοιχείο παραμένει η επιδίωξη του εντυπωσιασμού και λιγότερο η ανάδειξη της ουσίας, η υπερβολή, ή το έκτακτο, και λιγότερο το σύστημα και η τεκμηρίωση.

Κατ΄αυτόν τον τρόπο, αντιμετωπίστηκε και το θέμα του εθνικού ή και κρατικού ύμνου. Εν τέλει έμεινε μια πικρή γεύση, μια σύγχυση, ή και μια επώδυνη ιδεολογική σκόνη. Στην πατρίδα μας, οι μισοί «φυλάγουν Θερμοπύλες» και οι άλλοι μισοί μάλλον αποφεύγουν να το πράξουν. Όμως, ο φαύλος κύκλος πρέπει να σπάσει. Οι αγκυλώσεις πρέπει να δώσουν τη θέση τους στην ανάπτυξη, το πολιτικό όραμα το οποίο θα βασίζεται στην αλήθεια και τον ορθολογισμό. Αυτό, άλλωστε, μας εισηγείται ο Δ.Σολωμός. Οι Έλληνες να θεωρούμε το αληθινό ως το δικό μας εθνικό κεκτημένο.

Ο Ελληνισμός της Κύπρου μέσα από αιώνες διατήρησε τη δική του εθνική ταυτότητα. Τα στοιχεία της ακουμπούν τον Όμηρο, οι πολιτιστικές αξίες, οι παραδόσεις, και οι ιστορικές εξελίξεις οικοδομούν ότι ονομάζουμε εθνική συνείδηση των Ελλήνων της Κύπρου. Οι εθνικές συνειδήσεις δεν κατασκευάζονται σε εργαστήρια, και βεβαίως δεν ακολουθούν κατά παραγγελίαν δοξασίες ή ιδεολογήματα της μιας ή της άλλης ιστορικής συγκυρίας. Από το 1960 η διαδρομή του Κυπριακού Ελληνισμού απέκτησε πιο πολύπλοκο χαρακτήρα, ενσωματώθηκε στο Νέο Κράτος, και μέσω της Κυπριακής Ανεξαρτησίας, μια νέα περίοδος, πολιτικά ανώτερη από εκείνη της αγγλοκρατίας.

Τα στοιχεία είναι συμβατά με την ανάπτυξη της κοινής λογικής, και δι΄αυτής της διάκρισης ανάμεσα σε έννοιες που δεν συμπίπτουν. Η διεθνής εμπειρία ομοσπονδιακών συστημάτων καταλήγει σε κοινή βάση. Οι Ελληνοκύπριοι θα χρησιμοποιούμε τα δικά μας εθνικά σύμβολα και ότι εκφράζει την εθνική μας συνείδηση. Το ίδιο και οι Τουρκοκύπριοι. Το κράτος όμως, στα πλαίσια μιας συμφωνίας για την επίλυση του Κυπριακού, ως μια διαφορετική πολιτική έννοια, πρέπει να εκφράζει όλους τους πολίτες της Δημοκρατίας, να έχει τα εξωτερικά χαρακτηριστικά μιας Ανεξάρτητης Δημοκρατικής Πολιτείας, όπως η σημαία, ή ο κρατικός ύμνος.

Ο στόχος για μια πολυφωνική, πολυπολιτιστική κοινωνία ενταγμένη στην Ε.Ε., δεν αντίκειται στις αρχές του σεβασμού στην εθνική ιδιαιτερότητα.

Η ίδια η Ε.Ε., χρηματοδοτεί τη διαφορετικότητα, για να μείνει ως τέτοια, είτε αυτό αφορά τις μειονεκτούσες γλώσσες, είτε τις αδύναμες εθνικά οντότητες.

Το ζήτημα ασφαλώς δεν είναι τόσο απλό. ΄Αλλωστε, αυτό βεβαιώνουν τα τρέχοντα γεγονότα, οι κορώνες που δεν επιλύουν προβλήματα και οι συγχύσεις που επιβαρύνουν το κλίμα, έως την επόμενη ανακύκλωσή του.

Το αυτονόητο –διάκριση έθνους/κράτους- δεν βρήκε νικητής.

Από την πρόθεση κάποιων να κερδίσουν πόντους στο χρηματιστήριο του λαϊκισμού, κυριάρχησε η αμετροέπεια, ο τυχοδιωκτισμός και η κενολογία. Από την αδυναμία, η από το φόβο του πολιτικού κόστους άλλων, προβλήθηκε η απουσία ως απάντηση. Εντέλει τα κόμματα, αντί να αναδείξουν τον ηγετικό-παιδαγωγικό ρόλο τους, προτίμησαν τη σιωπή που προκύπτει από εσωτερικούς ή εσωκομματικούς υπολογισμούς. Είναι τα ίδια κόμματα τα οποία στις ομόφωνες προτάσεις του 1989 (Εθνικό Συμβούλιο, Ιανουάριος, 1989) κατέγραψαν ως ομόφωνη θέση τους την πρόταση για κρατικό ύμνο.

Το πιο πάνω διάγραμα οδηγεί στην ακινησία, που προκύπτει από τις συνεχείς αποτυχίες για εκσυγχρονισμό του πολιτικού μας συστήματος.

Έτσι καταλήγουμε σε μια ιδιόμορφη αμυντική συμπεριφορά, δείγμα της απόπειρας για ιδεολογική διαχείρηση του παρελθόντος μας. Η ελληνικότητα ως κατανάλωση της παράδοσης, ή ως ιδιοκτησιακή θέαση, συνιστά μια κατάσταση κομματικής αντιμετώπισης του παρόντος. Οδηγεί σε διχαστικές περιπλανήσεις, σε ψευδεπίγραφες ιδεολογίες (λ.χ. «εθνικόφρονες και μη», Γ' ο Ελληνικός πολιτισμός.)

Είναι στις προτεραιότητες ενός νέου ιδεολογικού κινήματος, η καλλιέργεια, η ανάπτυξη μιας νέας σχέσης πολίτη και πολιτικής. Αυτής που οικοδομεί την Προοδευτική μεταρρύθμιση, την επκέντρωση σε αντιπαραθέσεις με πραγματικό περιεχόμενο.

Αυτό το πολιτικό πλαίσιο, ενισχύει περισσότερο τον αγώνα για την ελεύθερη Κύπρο, χωρίς Αττίλα, ενταγμένη στην Ευρωπαϊκή οικογένεια. Ο ελεύθερος πολίτης με γνώσεις, με κριτική διάθεση, με αναξάρτητο πνεύμα είναι και η καλύτερη επένδυση για την καλύτερη Κύπρο.


 
Αρχή Βιβλίου ]



Παιδεία και Εκλογές


Το ζήτημα της Παιδείας αποκτά ολοένα και περισσότερους ζηλωτές. Αν και οι εκλογές είναι μια καλή αφορμή, ωστόσο η αιτία είναι άλλη: η πορεία ένταξης της Κύπρου στην Ε.Ε. είναι μια συνειδητή ενσωμάτωση στον πιο σύγχρονο κόσμο, τις προκλήσεις και τις ανάγκες του. Τους πολίτες που θα ζήσουν, θα εργαστούν, και θα ανταγωνιστούν σε αυτό το πλαίσιο τους ετοιμάζει η εκπαίδευση, άρα εδώ γίνεται λόγος για το σημείο-κλειδί της πορείας μας.

Στο στρατηγικό πεδίο ανάλυσης η παιδεία στη Κυπριακή Δημοκρατία πάει προς τα εμπρός με αργούς ρυθμούς. Έχει ως κυρίαρχο πρόβλημα την εξής περιγραφή. Είναι δομημένα τα βασικά στοιχεία της (αναλυτικό πρόγραμμα, εκπαίδευση των εκπαιδευτικών, δομή του υπουργείου) πάνω σε μια κοινωνική ανάπτυξη που δεν υπάρχει πλέον. Απευθύνεται στις δομικές ανάγκες της βιομηχανικής κοινωνίας (λ.χ. Τεχνικές Σχολές, κατάρτιση στα Λύκεια), ενώ ο βασικός πυρήνας του σύγχρονου κόσμου έχει αλλάξει (αιώνας της πληροφορικής, νέα τεχνολογία, μεταβιομηχανική κοινωνία). Μέσα σε αυτή την οπτική, μπορούμε να αντιμετωπίσουμε μια νέα και θετική Ευρωπαϊκή συγκυρία. Το επίπεδο ανάπτυξης των επιχειρήσεων-βιομηχανιών, απαιτεί πλέον εργαζόμενους με προσόντα-δεξιότητες που συμπίπτουν με αυτά του "ιδανικού πολίτη": Έμφαση στις δεξιότητες εντοπισμού-αντιμετώπισης-επίλυσης προβλημάτων, κριτική σκέψη, νοητική ευελιξία, ανεπτυγμένη συναισθηματική νοημοσύνη. Αποτέλεσμα: οι βιομήχανοι πιέζουν στη Γαλλία και στη Γερμανία τα Υπουργεία Παιδείας: μη μας στέλλετε απόφοιτους-αποθήκες εξειδικευμένων γνώσεων τις εξειδικευμένες γνώσεις τις παρέχουμε εμείς με προγράμματα κατάρτισης. Θέλουμε στέρεη γενική μόρφωση, ώστε να αντέξουν τις αλλαγές που η αγορά εργασίας επιβάλλει. Βεβαίως οι βιομήχανοι επιθυμούν τις αλλαγές που εξυπηρετούν τις ανάγκες τους, γι' αυτό το κράτος, από τη δική του πλευρά, χρειάζεται να ασκήσει τη δική του ισορροπημένη πολιτική προς όφελος της μεγάλης πλειοψηφίας των μη προνομιούχων πολιτών, της νέας γενιάς, των αυριανών "μονομάχων" της νέας τεχνολογίας. Σε 4-5 χρόνια από τώρα οι νέοι θα είναι εκ των πραγμάτων υποχρεωμένοι να αλλάξουν επάγγελμα. Κάθε λίγα χρόνια, μπορεί να ασκούνται με επαγγέλματα νέου τύπου (τηλεργασία), το κλασσικό ωράριο θα ξεπεραστεί, κατά συνέπεια οι υπερεξειδικευμένοι απόφοιτοι σχολείων θα έχουν τον πρώτο λόγο στους μελλοντικούς καταλόγους της ανεργίας ως μονομερώς υστερούντες.

Στο δίλημμα "δημόσια ή ιδιωτική" εκπαίδευση, η ίδια η Ε.Ε. δίνει σαφή πλέον απάντηση: συμβίωση των δύο, με αναγνώριση του πλεονεκτήματος της δημόσιας. Η δημόσια χαράσσει στρατηγική στην Παιδεία, και χωρίς να παραγνωρίζει τις ανάγκες της κοινωνίας δεν καθορίζεται αποκλειστικά από τις ανάγκες της αγοράς, αλλά από το σχεδιασμό μιας κοινωνίας πολιτών με αξίες, ιδανικά, αυτογνωσία, κριτική σκέψη, ελεύθερο φρόνημα, σεβασμό στη διαφορετικότητα, γνώση.

Κατά συνέπεια η εκπαιδευτική μεταρρύθμιση στη Κύπρο πρέπει να λαμβάνει υπόψη της τις ανάγκες της κυπριακής οικονομίας, να μην παγιδεύεται, όμως, σε αυτές, επειδή δίνοντας έκφραση στο σχεδιασμό μιας κοινωνίας πολιτών θα είναι σε θέση να επιβιώσει μέσα στο ανταγωνιστικό περιβάλλον της Ε.Ε., με τους πιο δημιουργικούς όρους.

Στις αλλαγές που σήμερα συντελούνται στην Κυπριακή παιδεία υπάρχουν σοβαρές αντιφάσεις. Οι αλλαγές στο Ενιαίο Λύκειο, οδήγησαν σε "υπερεξειδίκευση" στη Β΄και Γ' Λυκείου με πρακτικό αποτέλεσμα να έχουμε περιορισμό των επιλογών, αφού οι μαθητές επιλέγουν "πακέττα" μαθημάτων που αντιστοιχούν στους παλιούς συνδυασμούς. Έτσι, οι μερικές αλλαγές αποκαλύπτουν τα κενά τους. Χωρίς προηγούμενη ή και παράλληλη πορεία αλλαγών σε Δημοτικό-Γυμνάσιο, κάθε κίνηση από "πάνω", καταλήγει σε αδιέξοδα. Η Α' και Β΄ Λυκείου μπορεί να δίνουν έμφαση στην γενική μόρφωση, και η Γ΄με έναν "ειδικό" σχεδιασμό να δίνει πρώτο ρόλο στην επαγγελματική κατάρτιση και προετοιμασία για την εισαγωγή στα Πανεπιστήμια, εκτός άλλων και για αντιμετώπιση της παραπαιδείας. Είναι επιτακτική ανάγκη οι αλλαγές στην Παιδεία να είναι συνολικές (Δημοτικό-Γυμνάσιο-Λύκειο) γιατί κάθε άλλη αντιμετώπιση είναι χωρίς βάση. Γι΄ αυτό η προσεχής πενταετία μπορεί να είναι με επίκεντρο τη μεταρρύθμιση στο Δημοτικό και το Γυμνάσιο.

Στο επίπεδο της πολιτικής για την Παιδεία είναι ζωτικής ανάγκης υπόθεση να υιοθετηθεί ένας καινούριος τρόπος διαμόρφωσης της. Η μέχρι τώρα εμπειρία του Εκπαιδευτικού Συμβουλίου, είναι ενδιαφέρουσα. Χρειάζεται, όμως, ενόψει των πιο μεγάλων προκλήσεων ο σχηματισμός ενός "Εθνικού Συμβουλίου Παιδείας" που θα αξιοποιεί τα πιο δυνατά "μυαλά" της πατρίδας μας, (μέσα και έξω από την Κύπρο) στο ζήτημα της Παιδείας, θα χαράζει πολιτική, θα διαμορφώνει πλαίσια πορείας. Είναι σημαντικό να βρεθεί μια "ατμομηχανή" αλλαγών, ικανή να υπερβαίνει το συγκεντρωτισμό ή και τις συνήθεις γραφειοκρατικές δυσκολίες. Το "Εθνικό Συμβούλιο Παιδείας" προφανώς και δεν θα είναι ουδέτερο και άνευρο σώμα. Οι ιδεολογίες ζουν, επηρεάζουν, δίνουν αυτή και όχι την άλλη επιλογή. 'Αρα πρόκειται για πολιτικές επιλογές για το ποιά πολιτική για την παιδεία θέλουμε να ακολουθήσουμε.

Κοντά στα πιο πάνω, υπάρχουν και πιέζουν οι κλασσικές διεκδικήσεις: αύξηση των δαπανών για την παιδεία, έμφαση στη νέα τεχνολογία, διαρκής επιμόρφωση των εκπαιδευτικών, νέες αντιλήψεις για την υποδομή στα σχολεία, υπαγωγή των σχετικών κτιρίων στην ευθύνη της Τοπικής Αυτοδιοίκησης, αξιοποίηση των σχολικών γηπέδων για άθληση και τις απογευματινές ώρες με ευθύνη της Τ.Α., εφαρμογή του ολοήμερου σχολείου κλπ.

Αυτές είναι και οι πολύπλευρες προκλήσεις της 27ης Μαϊου. Μέσα από τις επιλογές μας να ενισχύσουμε τις δυνάμεις που μπορούν περισσότερα. Αυτές που είναι σε θέση να δημιουργήσουν το καλύτερο αύριο, σεβόμενοι τις κατακτήσεις του σήμερα.


 
Αρχή Βιβλίου ]



Πολιτισμός και Ευρωπαϊκή ολοκλήρωση


Καθώς ο χρόνος της πλήρους ένταξης της Κυπριακής Δημοκρατίας στην Ε.Ε. πλησιάζει, ένα μέρος της Κυπριακής κοινής γνώμης, απορεί και διερωτάται. Θα χάσουμε την εθνική μας ταυτότητα, την ιδιαίτερη φυσιογνωμία μας με την ενσωμάτωσή μας στην Ευρωπαϊκή οικογένεια; Πως θα επηρεαστούν οι παραδόσεις, οι λαϊκές συνήθειες, ο εαυτός μας;

Tα ερωτήματα αυτά είναι φυσιολογικά. Είναι ανάλογα με εκείνα που αντιμετώπισαν άλλοι λαοί, πριν από εμάς. Γι΄αυτό και οι απαντήσεις έχουν υπογραφές. Κανένα έθνος δεν ΄΄χάθηκε΄΄ μέσα στους 15, αύριο στους 21, αργότερα στους 27. Αντιθέτως: η Ε.Ε. διαθέτει τεράστια χρηματικά ποσά για να στηρίζει τη διαφορετικότητα (γλωσσική, πολιτιστική). Στα χάρτα των θεμελιωδών δικαιωμάτων όπως αυτή εγκρίθηκε από τους 15 στη Νίκαια (Δεκ.2000), καταγράφονται με σαφήνεια τα δικαιώματα του Ευρωπαίου πολίτη. Είναι οι αναγκαίες συνθήκες για την διαμόρφωση μιας Ευρώπης -΄΄χώρου ελευθερίας, ασφάλειας, και δικαιοσύνης΄΄. Έτσι ο καθορισμός ενός συλλογικού συστήματος προσεγγίσεων γύρω από τα θεμελιώδη δικαιώματα του πολίτη απαντά στα θεμελιώδη ερωτήματα ορισμένης μερίδας συμπατριωτών μας. Όσοι έχουν ταυτότητα στην Ε.Ε., όσοι είναι σε θέση να παράγουν πολιτισμό, όσοι μπορούν να εξελίσσονται σε ένα μεταβαλλόμενο κόσμο, δεν έχουν τίποτα να φοβηθούν. Είναι παρόντες, επηρεάζουν, επηρεάζονται, είναι παίκτες σε μια πολυεθνική κοινότητα για κοινά και διαφορετικά χαρακτηριστικά. Όπως δε σημειώνει ο Γ. Γιαννουλόπουλος ΄΄επιπλέον η Δύση δεν είναι ούτε καλή, ούτε κακή αλλά το πλαίσιο της διαμάχης ανάμεσα στο καλό και στο κακό, όπως καταλαβαίνουμε σήμερα τους δύο όρους, διότι η Δύση έχει επινοήσει αμφότερες τις τρέχουσες εκδοχές΄΄. (Ελευθεροτυπία, 24 Μαρτίου 1999).

Είναι μέρος αυτή της διαμάχης, λ.χ. η προσπάθεια για ισοτιμία ανάμεσα στις γλώσσες επικοινωνία στην Ε.Ε. για άρνηση της επιβολής 2-3 γλωσσών στον γλωσσικό κώδικα συνεννοήσεων στην Ε.Ε.

Ο ελληνικός πολιτισμός είναι μια ισχυρή παρουσία μέσα στην Ε.Ε. Τηρουμένων των αναλογιών είναι μια πολιτική υπερδύναμη στη μουσική, το θέατρο, τη λογοτεχνία. Συνεπώς η άνθιση, η ζωογόνηση της ελληνικής πολιτιστικής πρωτοποριακής παρουσίας τα τελευταία χρόνια στον έξω κόσμο, είναι προϊόν της πολιτικής εξέλιξης. Είναι παιδί της συμμετοχής της Ελλάδας στην Ε.Ε. Η πολιτική άνοιξε το πλαίσιο και ο πολιτισμός αξιοποιεί την ευκαιρία κατά τρόπο εντυπωσιακό. Πάνω σε αυτό το δίπολο, μπορεί κανείς να δει και την πρόκληση ΄΄Ολυμπιάδα 2004΄΄ , τόσο στο αθλητικό όσο και στο Πολιτιστικό τμήμα μας. Στο πρώτο μπορούν να γίνουν πολλά, στο δεύτερο μπορούν να γίνουν πολιτιστικά θαύματα, γιατί ο συνδυασμός της φαντασίας με τη πράξη είναι σε θέση να τα φέρει εις πέρας.

Ο Ελληνισμός άνοιξε τα φτερά του όταν ήταν εξωστρεφής, δραστήριος, ανοικτός στα έξω ρεύματα, οικουμενικός. Ο Ελληνισμός των ανοικτών οριζόντων δεν ήταν ΄΄Ελλαδοκεντρικός΄΄ γιατί η ΄΄Ελλαδοκεντρικότητα΄΄, υπήρξε προϊόν της εσωστρέφειας, ένδειξη ακινησίας, μια αμυντική συμπεριφορά απέναντι στα διεθνή φαινόμενα.

Το γλωσσικό πλαίσιο ήταν για τον Ελληνισμό ένα κατ΄εξοχήν πολιτικό ζήτημα. Ένα ζήτημα υψηλής πολιτιστικής ευαισθησίας. Να γιατί η απουσία της Κύπρου στο πρόγραμμα ΄΄2001: Ευρωπαϊκό Έτος Γλωσσών΄΄ είναι μια ακόμα απόδειξη πως δεν αρκούν οι γενικόλογες διακηρύξεις περί ΄΄Ευρωπαϊκής Προοπτικής΄΄. Χρειαζόμαστε την πολιτική του συγκεκριμένου, με δράσεις, αποδείξεις, συμμετοχή κοινωνικών φορέων. Το Ευρωπαϊκό Έτος Γλωσσών δίνει την ευκαιρία για να κουβεντιάσουμε, να κατανοήσουμε, να λάβουμε μέρος στον Ευρωπαϊκό πολιτιστικό κανόνα. Όσοι είναι παρόντες, είναι μέτοχοι των αξιών του. Οι απόντες, απλά είναι συμπλήρωμα, των αδυναμιών του.


 
Αρχή Βιβλίου ]



Χρηματιστηριακή δημοκρατία


Καθώς η νέα οικονομία εξελίσσεται, ολοένα και πιο πολύπλοκα φαινόμενα περιβάλλουν το πολιτικό μας μωσαϊκό. Νέα κοινωνικά δεδομένα εμφανίζονται, οι οικονομικές βάσεις παίρνουν νέες κατευθύνσεις, τα προβλήματα έχουν νέα περιεχόμενα. Το χρηματιστήριο, η ανάπτυξη που συσσωρεύει νέες οικονομικές δυνάμεις (λ.χ. υψηλή τεχνολογία) η κοινωνική ισχύς των Μ.Μ.Ε., είναι τρία χαρακτηριστικά δείγματα αυτού του νέου πολιτικού περιβάλλοντος. Η παραδοσιακή βιομηχανία, η κλασσική κοινωνική διαστρωμάτωση (βιομήχανος, εργάτης, υπάλληλος) ακόμα και η συνδικαλιστική δομή, υφίστανται διαρκείς αλλοιώσεις και οδηγούνται σταδιακά σε νέες ρυθμίσεις.

Τα κόμματα που δεν έχουν κατανοήσει αυτές τις αλλαγές, δεν είναι σε θέση και να τις ενσωματώσουν στο δικό τους κομματικό πολιτισμό. Είναι αυτός ένας από τους λόγους που διογκώνεται το "Κόμμα της αποχής", ή η αποστασιοποίηση από το στενό κομματικό περιβάλλον.

Η κλασσική περίπτωση του χρηματιστηρίου έχει δημιουργήσει μια νέα λέσχη κατόχων του πλούτου. Αυτή η εξέλιξη είναι πολύ σημαντική γιατί η συγκέντρωση μεγάλων ποσοτήτων χρήματος σε πολύ λίγα χέρια, επηρεάζει ευθέως τις κοινωνικές δομές, και δημιουργεί νέα πλαίσια ανισοτήτων, άγνωστα έως τώρα στις παραδοσιακές κοινωνίες, δυτικού προσανατολισμού.

Το πρόβλημα μπορεί να τεθεί και κατ΄αυτόν τον τρόπο: η βιομηχανική δημοκρατία έχει οργανώσει τη δομή της σε ορισμένα σταθερά πλαίσια-ισορροπίες, αντίρροπες δυνάμεις, ελεγκτικές διαδικασίες. Αυτό το πλαίσιο δέχεται πιέσεις και προφανώς δεν μπορεί να ανταποκριθεί με επάρκεια στα νέα δεδομένα. Πως λ.χ. τα τρελλά ποσά που κερδήθηκαν στο ΧΑΚ, είναι σε θέση να επηρεάσουν το πολιτικό/κομματικό σκηνικό μιας κοινωνικής δομής; Πως θα ελεγχθούν, πως θα υπάρχει ένα νέο πλαίσιο δυνάμεων που θα επιτρέπει νέες λύσεις σε ένα νέο κοινωνικό μωσαϊκό;

Εξ΄αυτών προκύπτει ένα ιδιαιτέρως σοβαρό ζήτημα διαφάνειας, σε σχέση με την κατοχή του πλούτου, την υποχρέωση λ.χ. των συντελεστών της νέας οικονομίας σε μια διάφανη σχέση με το φόρο εισοδήματος, τη δημοσίευση σε ετήσια βάση της οικονομικής τους κατάστασης.

Μια τέτοια εξέλιξη συνεπάγεται γενναίες πολιτικές πρωτοβουλίες από τα πολιτικά κόμματα, μια και το ζήτημα της διαφάνειας στα οικονομικά των κομμάτων είναι διαρκώς επίκαιρο ως άλυτο, βεβαίως ζήτημα. Επομένως μοιάζει μάλλον για χλωμή ιδέα, να προχωρήσουν τα κόμματα σε αυτές τις πρωτοβουλίες, όταν και τα ίδια είναι υποκείμενα σε αυτού του είδους τις μεταλλάξεις. Και όταν ένα ζήτημα δεν είναι ώριμο για να επιλυθεί, η ουσία δεν είναι η σιωπή, αλλά η προσπάθεια για να ωριμάσουν οι λύσεις.

Η δημοκρατία της νέας οικονομίας διαρκώς και θα γεννά νέες προκλήσεις, τόσο ως προς το περιεχόμενο της, όσο και ως προς τους επιδιωκόμενους στόχους της. Το κέρδος είναι μέσα σε αυτές, αλλά ασφαλώς είναι και η ελεγκτική διαδικασία ένας τρόπος για να ισορροπήσει το σύστημα, να υπάρχει αντισταθμιστική διαδικασία, πολυδιάσπαση του συγκεντρωτισμού, και κατά συνέπεια περισσότερη αξιοπιστία στο μεταβαλλόμενο περιεχόμενο της ψηφιακής κοινωνίας μας. Η ανάπτυξη, η ηλεκτρονική εποχή, το διαδίκτυο, το e-mail, και το e-commerce, η τηλεϊατρική και η τηλεργασία είναι στο κέντρο ενός κόσμου που έρχεται με διαρκώς νέες απαιτήσεις. Μπορούμε να τρέξουμε στους ρυθμούς αυτούς με περισσότερη αποφασιστικότητα. Ταυτόχρονα, έχουμε χρέος να ισχυροποιήσουμε την αξιοπιστία της ανοικτής κοινωνίας μας, με περισσότερη θεσμική ισορροπία, και περισσότερο έλεγχο στην κατανομή του πλούτου.


 
Αρχή Βιβλίου ]



Λασπομαχίες και Ποδόσφαιρο


Ο κανόνας είναι ίδιος. Στον επίλογο κάθε ποδοσφαιρικού πρωταθλήματος το κλίμα γίνεται Κυπριακό. Ψίθυροι, υποψίες, λασπομαχίες. Όποιος χάσει το τρένο της Α΄κατηγορίας υποψιάζεται όλους τους άλλους. Έτσι, όλο το σκηνικό γίνεται ακόμα πιο αδιέξοδο. Ένα πρωτάθλημα που χάνει την αξιοπιστία του δεν μπορεί να ικανοποιήσει ούτε τους χαμένους, ούτε τους κερδισμένους.

Γι΄ αυτό έχει ειδική σημασία να αλλάξουν ορισμένες προϋποθέσεις στη διεξαγωγή του ποδοσφαιρικού πρωταθλήματος. Αυτές οι αλλαγές δεν είναι απλά και μόνο ποδοσφαιρικές. Το ποδόσφαιρο ως ο βασιλιάς των σπορ ζει σε ορισμένες κοινωνικές δεσμεύσεις, είναι χαρά, άσκηση, ψυχαγωγία. Καλλιεργεί την ομαδικότητα, τη συναγωνιστικότητα, την ψυχική απόλαυση του συλλογικού αγώνα. Ειδικά για τη νεολαία το αθλητικό αγαθό είναι συνώνυμο της κοινωνικοποίησης, της ταύτισης με το ένα ή το άλλο χρώμα, την ομάδα, τη νίκη, την ήττα, τη χαρά, τη λύπη. Στοιχεία που όλα μαζί είναι πτυχές της κοινωνικής ζωής, μέρος της φυσικής ανάπτυξης του ανθρώπου. Έχουν, κατά καιρούς κατατεθεί πολλές εισηγήσεις/προτάσεις με στόχο την εξυγίανση του Κυπριακού ποδοσφαίρου. Άτομα ή σύνολα προερχόμενα από το χώρο του αθλητισμού έδωσαν ιδέες και λύσεις. Πολλές από αυτές κινούνται προς τη σωστή κατεύθυνση, μπορούν να βοηθήσουν. Το βασικό ερώτημα είναι το εξής: μπορεί μια μεμονωμένη αλλαγή να αλλάξει την κατάσταση; Μπορεί μια αποσπασματική ρύθμιση να πάρει τα πράγματα προς τα εμπρός; Προέχει, λοιπόν, στη θέση των μεμονωμένων ρυθμίσεων, να προωθηθεί μια ΔΕΣΜΗ ΠΡΟΤΑΣΕΩΝ που όλες μαζί θα θέτουν το ποδόσφαιρο σε νέες βάσεις. Κεντρικός προσανατολισμός πρέπει να είναι η αποκατάσταση της χαμένης του αξιοπιστίας, σε συνδυασμό με τη την σοβαρή μείωση των επεισοδίων βίας στα γήπεδα μας τον ακόμα πιο ευκρινή επαγγελματισμό του. Αυτοί οι τρεις στόχοι είναι αλληλένδετοι. Ο ένας στηρίζει τον άλλο και όλοι μαζί υπηρετούν την ανάγκη για σοβαρές μεταρρυθμίσεις στο χώρο του ποδοσφαίρου. Γι΄ αυτό και οι πέντε εισηγήσεις που ακολουθούν:

A. Σήμερα διοργανώτρια αρχή (ΚΟΠ) είναι τα ίδια τα διαγωνιζόμενα σωματεία. Είναι προφανές ότι αυτό το σύστημα δεν πάει άλλο. Τα ίδια τα σωματεία ψηφίζουν και ψηφίζονται, γι΄ αυτό το σύστημα πάσχει εν τη γενέσει του. Χρειάζεται η δημιουργία Ανεξάρτητης Διοργανώτριας Αρχής των Πρωταθλημάτων, η οποία να είναι και να φαίνεται ότι είναι, έξω και πέρα από την στενά σωματειακή δομή. Η Διοργανώτρια Αρχή θα αποτελείται από πρόσωπα κύρους, με ευρεία γνώση του αντικειμένου και αποδεδειγμένη αμεροληψία. Όσο οι διοικήσεις της ΚΟΠ υπόκεινται στη σωματειακή προτίμηση, οι εξορμήσεις θα είναι φυσιολογικές και οι συσχετισμοί αδιέξοδοι. Η πρόταση για νέο πλαίσιο διεξαγωγής του πρωταθλήματος, θωρακίζει τα ίδια τα σωματεία τόσο από εσωτερικές, όσο και από εξωτερικές πιέσεις. Τίθενται κανόνες με περισσότερο κύρος, άρα προστατεύονται πρώτα απ΄ όλα τα ίδια τα σωματεία.

B. Το ζήτημα της Αθλητικής Δικαιοσύνης είναι παλαιό, γι΄ αυτό και οι αλλαγές έχουν ένα επείγοντα χαρακτήρα. Κάθε τιμωρία σήμερα, αντιμετωπίζεται με καχυποψία, οι συγκρίσεις είναι αναπόφευκτες, και εν τέλει το τιμωρητικό μέτρο δεν αποδίδει ικανοποιητικά. Η δημιουργία του θεσμού του ΑΘΛΗΤΙΚΟΥ ΔΙΚΑΣΤΗ, είναι, πλέον όσο ποτέ άλλοτε, αναγκαία. Το κύρος του θεσμού εξυπηρετείται εάν διαβάσουμε με προσοχή την διεθνή και ειδικότερα την Ευρωπαϊκή εμπειρία, ακριβώς για να δώσουμε ένα τέλος στη σημερινή πρακτική όπου η Δικαστική Επιτροπή -οργανικό τμήμα της ΚΟΠ- δικάζει στην ουσία τμήματα του εαυτού της. Με το θεσμό του Αθλητικού Δικαστή η δικαιοσύνη θα απονέμεται γρήγορα, ο Αθλητικός Δικαστής μπορεί να κινείται αυτεπάγγελτα χρησιμοποιώντας όλα τα υλικά που η σύγχρονη τεχνολογία του επιτρέπει.

Γ. Η ετήσια οικονομική ενίσχυση των σωματείων από το κράτος -στη βάση ειδικών κριτηρίων- είναι χρήσιμη. Συμβάλλει στην ανάπτυξη του περιφερειακού αθλητισμού, στη δημιουργία αθλητικής υποδομής. Η οικονομική ενίσχυση μπορεί να αυξηθεί, εάν και εφόσον τεθούν και νέες προϋποθέσεις στη λειτουργία των σωματείων Α΄κατηγορίας. Τα ποδοσφαιρικά σωματεία που δέχονται χρήματα του δημοσίου -άρα του Κύπριου φορολογούμενου πολίτη- πρέπει να υπόκεινται σε έλεγχο δαπανών από την κυβερνητική ελεγκτική υπηρεσία. Το σημερινό φαινόμενο όπου σωματεία με ελάχιστο εισόδημα επιτρέπουν στον εαυτό τους πολλές χιλιάδες λίρες έξοδα το μήνα, επιτρέπει τη συντήρηση ενός φαύλου κύκλου μικρομεγάλων ομάδων χωρίς ανταγωνιστικά φόντα. Η εξυγίανση των οικονομικών των σωματείων Α΄κατηγορίας μπορεί να προέλθει μερικώς από το κράτος, αλλά μόνο με την προϋπόθεση του γενικού ελέγχου.
Είναι αυτονόητο πως αυτές οι αλλαγές χρειάζονται νέες νομοθετικές ρυθμίσεις για να προχωρήσουν. Και αυτές είναι το 50% του όλου εγχειρήματος. Το υπόλοιπο μισό, είναι να βρουν κοινό έδαφος οι ίδιοι οι εμπλεκόμενοι φορείς, μέσα από ένα χωρίς προκαταλήψεις και παραδοσιακές δεσμεύσεις διάλογο. Όσοι νομίζουν πως η παρούσα κατάσταση πράγματι ευνοεί 2-3 μεγάλα σωματεία, ας έχουν υπόψη τους την μεταρρύθμιση που επιχειρεί στην Ελλάδα ο Γ. Φλωρίδης. Κατά ένα απρόσμενο τρόπο περισσότερο την στηρίζουν οι φίλοι του Ολυμπιακού Πειραιώς. Το επιχείρημα τους είναι ειλικρινές και το μετέφεραν στον Πρόεδρο τους Σ.Κόκκαλη: "Πρόεδρε, κάνε κάτι να αλλάξει η κατάσταση, παίρνουμε πρωταθλήματα και δεν τα χαιρόμαστε!"

Δ. Η σημερινή μικτή κατάσταση -μεταξύ ερασιτεχνισμού και επαγγελματισμού- όσο γρήγορα πάει στον επαγγελματισμό τόσο το καλύτερο για όλους. Η δημιουργία Ποδοσφαιρικών Ανώτατων Εταιρειών (ΠΑΕ) θα δώσει νέα οικονομική επιφάνεια σε ορισμένα σωματεία, θα βοηθήσει στην ανταγωνιστικότητα, θα ανεβάσει την ποιότητα του ποδοσφαίρου αφού θα επιτρέπει την περισσότερη παρουσία κυπριακών ομάδων σε Ευρωπαϊκές διοργανώσεις. Είναι χρήσιμο για το κυπριακό ποδόσφαιρο να γυρίσει αυτή τη σελίδα. Εάν θέλεις να είσαι ανταγωνιστικός στο διεθνές πεδίο, πρέπει να ισχυροποιήσεις το πρωτάθλημα σου. Να είναι -στο δικό σου μέγεθος- ολοένα και πιο ανταγωνιστικό.

Ε. Η πρόταση για τη δημιουργία Υφυπουργείου Αθλητισμού ακούγεται ενδιαφέρουσα, αλλά μέχρι να πάμε εκεί, ο ΚΟΑ μπορεί να κινήσει τα νήματα, να πάρει τις πρωτοβουλίες που θεσμικά του ανήκουν. Κατά συνέπεια, ο ΚΟΑ έχει τον πρώτο λόγο. Να ανοίξει το θεσμικό διάλογο (κόμματα, σωματεία, μαζικοί φορείς) ώστε να τεθούν επί τάπητος οι μεγάλες αλλαγές. Οι ώριμες αλλαγές αξίζουν μόνο όταν γίνονται στην ώρα τους. Συνήθως στην πατρίδα μας -αυτή η περίοδος- είναι περίοδος μελαγχολίας για όσους παρακολουθούν τα ποδοσφαιρικά μας φαινόμενα. Επομένως είναι καλή, έχει την κοινωνική συναίνεση για να πάει ορισμένα βήματα μπροστά.


 
Αρχή Βιβλίου ]



Τοπική Αυτοδιοίκηση: Mε τόλμη για την ισχυρή, συμμετοχική πολιτεία


Μια συστηματική ανάλυση στο κεφάλαιο «Τοπική Αυτοδιοίκηση», οδηγεί σε ένα σταθερό συμπέρασμα. Αποκαλύπτει πολιτικές και φανερώνει ιδεολογίες. Οι συντηρητικές αναλύσεις οδηγούσαν και οδηγούν σε σταθερές, κατά περίπτωσιν, επιλογές: συγκεντρωτισμός, αυταρχισμός, ατροφική Τοπική Αυτοδιοίκηση.

Η εξήγηση αυτού του φαινομένου είναι συγκεκριμένη. Μια Τ.Α. υπό κρατική κηδεμονία, εξυπηρετεί τις ανάγκες του παραδοσιακού κομματάρχη και του παραδοσιακού πολιτευτή. Είναι χώρος για μικροσυναλλαγές, γνωστές και ως «μιαν σου, μιαν μου», όπου η Τ.Α. ταλανίζεται από τη λογική των μικροκομματικών διευθετήσεων. Αυτή η μορφή ανάπτυξης, δεν οδηγεί παρά μόνο στο φαύλο κύκλο της ακινησίας, ή του ελάχιστου βηματισμού. Απέναντι στην συντηρητική αυτή πρακτική, μπορεί και πρέπει να αναδειχθεί μια εναλλακτική πρόταση, μαζική, πειστική, και προοδευτική. Η εναλλακτική πρόταση έχει εμπιστοσύνη στην αποκεντρωμένη, τη συμμετοχική, την ισχυρή Τ.Α.

Οι περισσότεροι πόροι, τα περισσότερα χρήματα, οι υποδομές, το ειδικευμένο προσωπικό, δημιουργούν τις καλύτερες προϋποθέσεις. Όμως, η ουσία αυτής της εξέλιξης δεν είναι απλά και μόνο μια μηχανιστική μεταφορά υλικού. Αυτή η εξέλιξη αφορά το είδος της κοινωνίας που επιδιώκουμε, την ποιότητα της, τη σχέση πολίτη και κοινωνικής διάρθρωσης, τη σχέση πολίτη και πολιτικής. Η Τ.Α. με τα χαρακτηριστικά που προανέφερα, αφορά μια εξελικτική εφαρμογή ενός μεταρρυθμιστικού προγράμματος, μια πρωτοβουλία κομματική/κοινοβουλευτική, άρα σημαίνει την ισχυρότερη δυνατή παρουσία των θέσεων αυτών στο πολιτικό μας σύστημα.

Υποστηρίζω πως χωρίς ένα συνεκτικό, επεξεργασμένο, μεταρρυθμιστικό κίνημα για την Τ.Α., όλα θα κινούνται στην σφαίρα του αντιφατικού. Ωραίες διακηρύξεις, για να συγκαλύπτουμε την ακινησία, ή ηχηρές «μεταρρυθμίσεις» που να δημιουργούν συγχύσεις, να ανακατεύουν τις συντηρητικές πρακτικές κάθε απόχρωσης.

Το Ευρωπαϊκό πλαίσιο είναι μια διαρκής πρόκληση για όλους. Η Κύπρος, ως το οιωνεί 16ο μέλος της Ε.Ε., οφείλει να κατανοήσει εις βάθος την υπό διαμόρφωσιν νέα αρχιτεκτονική της. Το ομοσπονδιακό μοντέλλο της Ε.Ε. –θεσμική εμβάθυνση, ενίσχυση του κοινοτικού της χαρακτήρα-. Ταιριάζει στα μικρά κράτη, ταιριάζει στους στόχους της Κυπριακής Δημοκρατίας.

Η διακυβερνητική συνεργασία, η Ε.Ε. υπό την εποπτεία της κρατικής ομπρέλλας, αφορά μια Ευρώπη που συνεργάζεται, δεν ενώνεται. Η δική μου εισήγηση καλύπτει τον στόχο που εξυπηρετεί τα συμφέροντα μας.

Η ενίσχυση της θεσμικής, συλλογικής δράσης, η μείωση του «δημοκρατικού ελλείμματος», κυρίως με την ενδυνάμωση του ρόλου του Ευρωκοινοβουλίου, της Επιτροπής των Περιφερειών, των προγραμμάτων επικοινωνίας ανάμεσα στους Ευρωπαίους, και της περισσότερης αλληλεγγύης ανάμεσα στα κράτη-μέλη, είναι οι κατευθύνσεις για την Ε.Ε. που θέλουμε, οι προκλήσεις για την σύνοδο Κορυφής, στη Νίκαια. Το ομοσπονδιακό θεσμικό περιβάλλον είναι η δική μας απάντηση στις σημερινές συζητήσεις.

Επιδιώκουμε μια θεσμική μεταβολή, στην οποία οι πολίτες θα έχουν περισσότερο ρόλο, περισσότερες ευθύνες. Στην πράξη σημαίνει να αποκτήσουν νέες δεξιότητες, να παίρνουν πρωτοβουλίες σε τοπική/περιφερειακή βάση. Η πιο δημιουργική ευθύνη της Επιτροπής των Περιφερειών –στα πλαίσια των διαρκών εξελίξεων στην Ε.Ε.- θα δώσει στην ίδια νέα πεδία ανάπτυξης, θα ενισχύσει το θεσμικό ρόλο της.

Τα Ευρωπαϊκά προγράμματα για την παιδεία, τις πολιτιστικές ανταλλαγές, την νεολαία δημιουργούν ανάγκες για νέες πρωτοβουλίες και για τις Κυπριακές τοπικές αρχές, σε συνεργασία με δήμους κρατών-μελών.

Βασική προϋπόθεση για να αντιμετωπίσουμε αυτές, και πολλές άλλες προκλήσεις είναι η γοργή ενσωμάτωση της Τ.Α. στον κόσμο της πληροφορικής, της υψηλής τεχνολογίας, της επένδυσης στην πιο μεγάλη πρόκληση του μεταβιομηχανικού μας κόσμου. Χωρίς ηλεκτρονική ταυτότητα, θα μείνουμε πίσω, στον ανταγωνισμό δεν θα είμαστε αποτελεσματικοί.

Χρειάζεται μια πολύ δυνατή, και συστηματική διεκδίκηση από το σύνολο των δήμων, ώστε και η πολιτεία να συμβάλει στην ένταξη της Τ.Α. στον κόσμο των ηλεκτρονικών υπολογιστών, του διαδικτύου, του ηλεκτρονικού ταχυδρομείου. Αυτή η εξέλιξη, δεν περιμένει. Άλλοι τρέχουν, και το σημειωτόν συνιστά αδράνεια και αδυναμία κατανόησης του διεθνούς περιβάλλοντος. Έτσι, οι δήμοι θα είναι σε θέση να κερδίσουν περισσότερους πόρους από τα Ευρωπαϊκά προγράμματα.

Η Τ.Α. σε ένα περιβάλλον που ολοένα και «κοινοτικοποιείται», οφείλει να ανοίξει τα φτερά της σε διευρωπαϊκού χαρακτήρα συνεργασίες, πρωτοβουλίες, δράσεις. Τα ζητήματα του περιβάλλοντος ξεπερνούν τα εθνικά σύνορα, η ποιότητα ζωής θέλει και Ευρωπαϊκές δικτιώσεις για να πάει ορισμένα βήματα μπροστά. Το παράδειγμα της «Ημέρας χωρίς Αυτοκίνητο», στο οποίο έλαβαν μέρος 800 Ευρωπαϊκές πόλεις είναι χαρακτηριστικό. Επομένως και η δική μας Τ.Α. έχει μπροστά της προκλήσεις σε ποικίλα επίπεδα. Είναι σημαντικό οι πόλεις μας –μέσω της δράσης της Τ.Α.- να αποκτήσουν ταυτότητα, να συνδεθούν με ορισμένα χαρακτηριστικά (πολιτιστικά, γεωγραφικά, ή και μοντέρνα) και έτσι να γίνουν πόλεις με «πάγια σφραγίδα». Η περισσότερη ενότητα στην Ε.Ε., επιτάσσει και την περισσότερη διαφορετικότητα. Αυτή η διαλεκτική σχέση προωθεί την αναπτυξιακή διαδικασία με ισορροπία και κοινωνική αποδοχή.

Οι πολίτες έχουν κριτική στάση απέναντι στη γραφειοκρατία, την ταλαιπωρία σε σχέση με τη δημόσια διοίκηση. Ο ρόλος του «Επιτρόπου Διοίκησης», αν και συχνά μη παραγωγικός, εντούτοις είναι σε θέση να λειτουργήσει σε θεσμική συνεργασία με τους οργανισμούς Τ.Α., να προωθηθεί, έτσι, μια άλλη αντίληψη για την επίλυση προβλημάτων.

Η αποκεντρωμένη, συμμετοχική Τοπική Κοινωνία για να έχει την πιο σοβαρή εξέλιξή της, επιτάσσει να είναι ακηδεμόνευτη από μικροκομματικές επιρροές και τεχνάσματα. Τα κόμματα δίνουν το πλαίσιο, τις κατευθύνσεις, και ασφαλώς μέσα σ΄αυτό ο αυτόνομος ρόλος των πολιτών είναι ισχυρός. Το εκπαιδευτικό μας σύστημα εξακολουθεί να είναι συγκεντρωτικό και, ως εκ τούτου, δυσλειτουργικό. Οι οργανισμοί Τ.Α. είναι σε θέση να αναλάβουν τις περισσότερες ευθύνες διαχείρησης και λειτουργίας της σχολικής υποδομής, να συνδέσουν το σύστημα παιδείας με την τοπική κοινωνία, να αξιοποιηθούν οι σχολικοί χώροι για δραστηριότητες στον πολιτισμό και τον αθλητισμό και τις απογευματινές ή βραδυνές ώρες.

Το βασικό ζητούμενο είναι να αποκτήσουν «ολική δράση» οι Τοπικές κοινωνίες, χωρίς τον απορρυθμιστικό ρόλο της κρατικής κηδεμονίας. Και σε αυτό το πλαίσιο, κεντρικό ρόλο θα έχει η θεσμική μεταβολή του διοριστικού συστήματος των Επάρχων και η συνακόλουθη εκλογή τους από τους πολίτες που διαμένουν σε κάθε επαρχία.

Αυτή η μεταβολή κρύβει έναν ισχυρό συμβολισμό. Το αποκεντρωμένο, δεν σημαίνει και αποδυναμωμένο. Αντιθέτως, επιδιώκει την πιο δυνατή νομιμοποίηση μιας αυτορρυθμιζόμενης, ισχυρής, συμμετοχικής πολιτείας. Η πολυπλοκότητα του σύγχρονου κόσμου, οι διαρκείς ανακατατάξεις στο Ευρωπαϊκό σκηνικό, η ενσωμάτωση της Κυπριακής Δημοκρατίας, το 2004, στην Ε.Ε. και η παγκοσμιοποίηση της οικονομίας, επιτάσσουν την πιο αποτελεσματική οργάνωση της κοινωνίας για να αντιμετωπίσει τις προκλήσεις με αυτοπεποίθηση, με γνώση, και εντέλει με επιτυχία. Σε αυτή την προσπάθεια, ο ρόλος της Τ.Α. είναι ιδιαιτέρως σημαντικός.

Ο «φτωχός συγγενής», χρειάζεται να γίνει ισχυρός διεκδικητής μιας άλλης αντίληψης για την ανάπτυξη του. Οι κατακτήσεις που έχουν καταγραφεί έως τώρα είναι για το βάθρο για τις επόμενες κοινές δράσεις.

Εισήγηση σε εκδήλωση της Πολιτιστικής Κίνησης Γεροσκήπου υπό τον γενικό τίτλο « Η Τοπική Αυτοδιοίκηση και η Προοπτική της στην Ευρώπη τον 21ο αιώνα».


 
Αρχή Βιβλίου ]



KIΣΟΣ: Ανανέωση, Ανασυγκρότηση, Ελπίδα


Καθώς άλλα κόμματα νικούν, καταγράφουν με ικανοποίηση τις δυνάμεις τους, το Κίνημα Σοσιαλδημοκρατών δίνει το χρόνο του στην εσωστρέφεια, στην ενδοσκόπηση, στην απορεία. Ποιοί λόγοι οδήγησαν στο εκλογικό 6.5% στις 27 Μαϊου; Ο κόσμος του σοσιαλιστικού κινήματος θέτει το ερώτημα. Τι έφταιξε και πήγαμε προς τα κάτω; Το αποτέλεσμα εάν κριθεί με οργανωτικά μέτρα δεν θα οδηγήσει πουθενά. Η εκλογική αποτυχία πρέπει να κρίνεται με πολιτικά κριτήρια, γιατί μόνο αυτά είναι σε θέση να ερμηνεύσουν τις εξελίξεις. Ορισμένες προσεγγίσεις έχουν την τάση να συγγράφουν ένα κατάλογο από λάθη, και παραλείψεις, και έτσι να νομίζουν πως εξάντλησαν το χρέος τους. Όμως το σοσιαλιστικό κίνημα έχει ανάγκη την ενδοσκόπηση και τη κριτική μόνο ως συνεπή πολιτική λειτουργία. Μέσα από αυτήν, να εξαχθούν συμπεράσματα, να καταγραφούν εμπειρίες, να γίνουμε καλύτεροι, να γυρίσουμε σελίδα για το καλύτερο αύριο. Να διατυπωθούν προτάσεις, πλαίσια θετικών πρωτοβουλιών, εισηγήσεις για τα επόμενα βήματα. Μέσα από αυτό το πρίσμα, καταθέτω τις πιο κάτω σκέψεις, ως μια συμβολή στην προσπάθεια για τη πολυφωνική ερμηνεία του εκλογικού αποτελέσματος της 27ης Μαϊου.

  1. Η διαρκής αποτυχία για δημιουργία προϋποθέσεων για συνασπισμούς εξουσίας. Η ανυπαρξία στρατηγικής εξουσίας. Έτσι, το 1983, 1988, 1993, 1998, το Σ.Κ.ΕΔΕΚ δεν μπόρεσε να απαντήσει δημιουργικά στις προκλήσεις της πολιτικής. Η ιστορική πρόκληση κτύπησε την πόρτα του Σ.Κ.ΕΔΕΚ, και του είπε για απλά λόγια: "Ρυθμίστε το σκηνικό, παίξτε ρόλο, αναλάβετε τις ευθύνες σας, γίνετε πρωταγωνιστές στις εξελίξεις". Το Σ.Κ.ΕΔΕΚ αντί να υπηρετήσει τους στόχους της μεγάλης πολιτικής, προτίμησε να απαντήσει "ευχαριστώ, δεν θα πάρω".
    Η ιστορία πέρασε από δίπλα, και οι ευκαιρίες πέταξαν μακριά. Η πλατιά συμμαχία των μη προνομιούχων Κυπρίων, οι κοινωνικές δυνάμεις τις οποίες εκφράζει η σοσιαλιστική παράταξη, οδηγήθηκαν σε ακινησία. Οι δυνάμεις αυτές ζήτησαν όπως το οργανωμένο κίνημα αναλάβει εικόνες, να επηρεάσει τις εξελίξεις στο Κυπριακό, να συμβάλει στην επίλυση των προβλημάτων της κοινωνίας μας, να ασκήσει εξουσία με στόχο την κοινωνική συνοχή και την πιο δυνατή ανάπτυξη. Το οργανωμένο κόμμα κινήθηκε στα όρια της "καθαρότητας" της γραμμής, μιας καθαρότητας που επέτρεψε σε άλλα Κόμματα να καλύψουν εκείνα το κενό που κάθε πέντε χρόνια άφηνε το Σ.Κ.ΕΔΕΚ. Έτσι, η "καθαρότητα" που συχνά ταυτίζεται με "αριστερή" πολιτική, δεν ήταν τίποτε άλλο παρά μια συντηρητική πολιτική, μια βαθύτατη εσωστρεφής διαδικασία που βραχυκύκλωνε το οργανωμένο Κίνημα σε συμπληρωματικούς ρόλους. Προοδευτική πολιτική ήταν μια διαφορετική πολιτική: αξιοποιεί τις εξελίξεις, ερμηνεύει τις ισορροπίες στο πολιτικό μας σύστημα και θέτει τους εκλογικούς αριθμούς σου στην υπηρεσία υψηλότερων στόχων, υπερβαίνει την πίεση των ποσοστών σου (8-10%), θέτοντας τα στην προσπάθεια για προοδευτικές λύσεις, για συνασπισμούς εξουσίας που να εξυπηρετούν τα συμφέροντα των μη προνομιούχων Κυπρίων.
  2. Το έλλειμμα συλλογικότητας, η λειτουργία των θεσμικών οργάνων κατά τρόπο αναποτελεσματικό. Η διακίνηση απόψεων, ο σεβασμός στις διαφορετικές γνώμες, η θεσμική αξιολόγηση τους (πλειοψηφία-μειοψηφία) δεν ήταν ένα σταθερό σύστημα στη κομματική δράση. Συχνά, το κυρίαρχο στοιχείο ήταν ο συγκεντρωτισμός, η εξόντωση της διαφορετικής γνώμης, ο αποκλεισμός της άλλης πρότασης. Αυτά είναι τα στοιχεία που χαρακτηρίζουν ένα αρχηγικό κόμμα.
    Έτσι, το Σ.Κ.ΕΔΕΚ δεν μπόρεσε να κάνει συνθέσεις πάνω στις διαφορετικές απόψεις. Αντί να μεγαλώνει συνθέτοντας, αφαίρεσε δυνάμεις εξοστρακίζοντας την "άλλη", άποψη. Αυτή η διαδικασία επειδή απέκλεισε τις συμβιβαστικές συμπεριφορές, ενίσχυσε την αποχώρηση σοβαρού αριθμού στελεχών και μελών με το επιχείρημα ότι "η συμμετοχή πλέον είναι μάταιη, δεν ακούγεται η γνώμη μας, όλα είναι θέμα κεντρικής απόφασης...".
  3. Μέσα σε ένα τέτοιο πολιτικό κλίμα εξηγείται εν μέρει και η σταδιακή παράλυση της κομματικής δομής (Τοπικές Οργανώσεις, Επαρχιακές Επιτροπές). Η οργανωτική καθίζηση είναι προϊόν της πολιτικής υποβάθμισης του κόμματος, είναι αποτέλεσμα ενός πολιτικού αδιεξόδου. Τα μέλη αισθάνονται πως δεν παράγουν έργο, απλώς είναι υποχρεωμένα να στηρίζουν αποφάσεις ή επιλογές για τις οποίες δεν είχαν συμμετοχή, η γνώμη τους ήταν περιττή. Η οργάνωση είναι, σε κάθε περίπτωση, η ραχοκοκκαλιά του κινήματός μας. Γνωρίζει την τοπική κοινωνία, παρεμβαίνει στις υποθέσεις της, έχει συλλογικές προτάσεις για επίλυση των τοπικών προβλημάτων.
    Οι Τ.Ο. είναι τα ζωντανά κύτταρα της αποκεντρωμένης, συμμετοχικής, σοσιαλιστικής λειτουργίας. Αυτής που διεκδικεί ρόλους, που απαιτεί ένα καλύτερα δομημένο κόμμα, που απορρίπτει τη γκρίνια γιατί έχει άποψη για το σοβαρό κόμμα. Η οργάνωση θα ξαναβρεί τα πόδια της, όταν αισθάνεται πως το συνολικό κόμμα έχει ισχυρούς στόχους, πως τα στελέχη του είναι ενωμένα, πως όλοι μαζί πρωθούμε συλλογικούς στόχους. Η ανασυγκρότηση των οργανώσεων είναι θέμα άμεσης προτεραιότητας για το κίνημα μας.
  4. Το ζήτημα της ανανέωσης είναι και αυτό ένα από τα μέρη του συνολικού προβλήματος. Η εικόνα ενός κόμματος ακίνητου, συντηρητικού, αδύναμου να προσαρμοστεί στις εξελίξεις, όταν το αίτημα της ανανέωσης είναι ώριμο και μαζικό. Αυτό το αίτημα δεν πήρε τη σωστή πορεία στο Ιδρυτικό Συνέδριο του Κινήματος Σοσιαλδημοκρατών -19,20 Φεβρουαρίου, 2000. Εάν η πρόταση για τη "Σύνθετη Λύση" γινόταν μέρος των αποφάσεων της 20ης Φεβρουαρίου, εάν η ανάλυση μας πήγαινε πέρα από τη συγκυρία, τότε σήμερα όλα θα ήταν διαφορετικά. Νέο Κόμμα σημαίνει και νέα ηγεσία. Διαφορετικά, δεν αλλάζεις το όνομα, έχοντας την ίδια ηγεσία.
    Η κοινή γνώμη δεν κατάλαβε γιατί αλλάξαμε όνομα έχοντας την ίδια ηγεσία, ίσως, το θεώρησαν ως τέχνασμα για να κερδηθεί ορισμένος χρόνος. Τα ίδια τα μέλη και τα στελέχη μας έχοντας ισχυρούς δεσμούς με το όνομα του Σ.Κ.ΕΔΕΚ, οδηγήθηκαν σε βαθύτατες εσωτερικές πιέσεις, διαφώνησαν με το δικό τους τρόπο. Μια ήρεμη πλειοψηφία "ακινητοποίησε" την απόφαση για το όνομα "Κίνημα Σοσιαλδημοκρατών-ΚΙΣΟΣ" και την μετέτρεψε σε σιωπηλή διαμαρτυρία.
  5. Η συμμετοχή του Σ.Κ.ΕΔΕΚ στη Κυβέρνηση Κληρίδη (1998) υπήρξε ένα χαρακτηριστικό δείγμα ιδεολογικού ακροβατισμού. Για τη συμμετοχή αυτή, θετική απόφαση πήρε το Π.Γ. ενώ το ζήτημα έπρεπε να συζητηθεί στη Κ.Ε. το ανώτερο σώμα μεταξύ των συνεδρίων. Τα μέλη του κόμματος στις Συνεδριακές αποφάσεις έδωσαν το κατευθυντήριο πλαίσιο για όλους. Με τη πολιτική που ιδεολογικά ονομάστηκε "όμορες δυνάμεις" πήραμε θέση για την πολιτική των συμμαχιών, συνεργασίες στο κυβερνητικό επίπεδο με ΔΗΚΟ και ΑΚΕΛ. Ο κόσμος που εκφράζεται μέσα από το κόμμα μας, θέτει ουσιώδη ερωτήματα. Πως εξηγείται ότι για πρώτη φορά το Σ.Κ.ΕΔΕΚ συμμετέχει σε κυβέρνηση σε πλήρη αντίθεση με τις συνεδριακές του αποφάσεις, σε λάθος χρόνο και λάθος πορεία;
  6. Η ιδεολογική "καθαρότητα", στο Κυπριακό οδήγησε το χώρο της κεντροαριστεράς σε στρατηγικό αδιέξοδο σε σχέση με την πολιτική των συμμαχιών. Εάν το Σ.Κ.ΕΔΕΚ έδινε την εντύπωση πως ήταν η "μόνη, γνωστή, πατριωτική δύναμη", την ίδια στιγμή έθετε εμπόδια, δημιούργησε τείχη, για την πιθανότητα μιας συμμαχικής πορείας. Έτσι, εάν άλλα κόμματα ήταν "ενδοτικά", ή εάν ορισμένοι τα θεωρούσαν ως "ολιγότερον πατριωτικά", στην πράξη αυτή η αλαζονεία σήμαινε ιδεολογικό δογματισμό, αδυναμία άσκησης εξουσίας, άρνηση του ρυθμιστικού μας ρόλου, ισοπεδωτικές κρίσεις απέναντι στα άλλα κόμματα, συγχύσεις στις αξιολογήσεις και τις προτεραιότητες μας στις Προεδρικές εκλογές.
  7. Το πολιτικό πλαίσιο μέσα στο οποίο έγιναν οι εκλογές της 27ης Μαϊου 2001, υπήρξε ιδιαιτέρως δυσμενές για το οργανωμένο σοσιαλιστικό κίνημα. Τα μηνύματα των δημοσκοπήσεων ήταν πολύ δυνατά. Στην εφημερίδα ΠΟΛΙΤΗΣ (15 Οκτωβρίου 2000) μια δημοσκόπηση από το ΑΜΕΡ κατέγραφε με απόλυτη ακρίβεια το ποσοστό του ΚΙΣΟΣ, όπως αυτό βγήκε από την πραγματική κάλπη πολλούς μήνες αργότερα (6.5%). Συνεπώς, μπόρεσε να οργανωθεί μια εκλογική πολιτική πάνω σε άλλες βάσεις, σε πραγματικούς συσχετισμούς, σε ρεαλιστικούς στόχους. Εκλογική πολιτική σημαίνει κοινές προσπάθειες, κινητοποίηση σε παγκύπρια βάση, στράτευση, πάθος από όλα τα μέλη και τα στελέχη. Για να προωθηθεί αυτός ο στόχος, απαιτείται ήρεμο εσωκομματικό κλίμα, διαβουλεύσεις, και εκλογική καμπάνια που να υπηρετεί τους πιο κάτω στόχους.
  8. Το μετεκλογικό σκηνικό είναι δύσκολο. Το ΔΗΚΟ έχει τον κεντρικό ρόλο, το ΑΚΕΛ αποκτά ορισμένα πλεονεκτήματα. Να γιατί πρέπει να τρέξουμε. Με συναίνεση και καθαρές λύσεις. Με σεβασμό προς το Βάσο Λυσσαρίδη, τον ιδρυτή και πρωταγωνιστή για δεκαετίες στο σοσιαλιστικό μας κίνημα.
    Με καθαρές λύσεις, όπως επιβάλλουν οι σημερινές συνθήκες. Πραγματοποίηση Εκλογικού Συνεδρίου για εκλογή Νέου προέδρου, νέου Π.Γ. νέας Κ.Ε. Ο πρόεδρος έχει ανακοινώσει δημόσια τις αποφάσεις του και μέσα σε κλίμα τιμής και αγάπης στο πρόσωπό του, να προχωρήσουμε στα επόμενα βήματα. Αυτή είναι η καλύτερη λύση για το κίνημα.
  9. Οι ψηφοφόροι, ο κόσμος που ψήφισε το Σ.Κ.ΕΔΕΚ μας είπε στις 27 Μαίου ένα πολύ καθαρό μήνυμα. Αλλάξτε, προχωρήστε σε διαφορετικές πρακτικές και θα είμαστε ξανά μαζί σας. Εάν, έτσι, ερμηνεύσουμε τις εξελίξεις, τότε υπάρχει ελπίδα. Οι ψηφοφόροι μας δεν έφυγαν για πάντα. Αποδοκίμασαν και περιμένουν. Από εμάς εξαρτάται το μέλλον της κεντοαριστεράς στην πατρίδα μας. Θέλουμε ένα κόμμα ενωμένο, αλλά όχι ομόφωνο. Θέλουμε ένα κόμμα με συλλογικότητα στις αποφάσεις, με συνθέσεις, με σεβασμό στη διαφορετική γνώμη.
Ο κόσμος ζητά από εμάς ΑΝΑΝΕΩΣΗ, ΣΟΒΑΡΟΤΗΤΑ, ΥΠΕΥΘΥΝΟΤΗΤΑ. Να γιατί δεν έχουμε το δικαίωμα να αποτύχουμε στις προκλήσεις που έρχονται.

Ενωμένοι να τολμήσουμε την ανανέωση. Ενωμένοι να αντιμετωπίσουμε τις εξελίξεις. Είμαστε ένα κόμμα με βαθιές ρίζες στη κοινωνία μας, με μέλη και στελέχη που έχουν γνώσεις, ευαισθησίες, ικανότητες. Ο σοσιαλισμός είναι για όλους εμάς μια υπόθεση προσφοράς, μια υπόθεση ζωής. Η παράταξη της κεντροαριστεράς στην πατρίδα μας είναι στα δικά μας χέρια. Κάτω από ορισμένες προϋποθέσεις, μπορούμε να είμαστε αισιόδοξοι. Αυτό ζητά ο κόσμος μας. Ενότητα, καθαρές λύσεις, γρήγορη ανασυγκρότηση!


 
Αρχή Βιβλίου ]



Ενωμένοι στη νέα εποχή


Οι σκέψεις αυτές έχουν ως επιδίωξή τους τη συμβολή στη διαμόρφωση της νέας πορείας. Οι δυσκολίες είναι γνωστές, γι' αυτό αξίζει να δώσουμε όλοι ενωμένοι, με περισσότερες δυνάμεις, τον αγώνα για την ανανέωση και τη μεταρρύθμιση.

ΕΙΣΑΓΩΓΙΚΑ

Το Συνέδριο του Κινήματος Σοσιαλδημοκρατών στις 11 Ιουνίου, το δικό μας συνέδριο, διεξάγεται σε μια ιδιαίτερα πολύπλοκη περίοδο. Είναι μεταβατική, δρομολογεί διαδικασίες που ολοκληρώνουν ένα κύκλο, και οικοδομούν την νέα εποχή. Στο ευρωπαϊκό σκηνικό, οι δυνάμεις της σοσιαλδημοκρατικής πρότασης αναλαμβάνουν πρωτοβουλίες, συνθέτουν συμμαχικές κυβερνήσεις με βασικό σκοπό να οργανώσουν τις κοινωνίες για να αντιμετωπίζουν την πιο μεγάλη πρόκληση της εποχής μας. Τις ανοικτές κοινωνίες, τον κόσμο της πληροφορικής, της γνώσης, του ανταγωνισμού. Η Ευρώπη αλλάζει, ο κόσμος κινείται, και η Κύπρος δεν μπορεί παρά να είναι τμήμα αυτής της εξέλιξης.

30 ΧΡΟΝΙΑ

Το δικό μας Κίνημα, το Σοσιαλδημοκρατικό, έχει τον δικό του ιστορικό κύκλο. Σφραγίστηκε με έργα, με κατακτήσεις, με θυσίες για να στερεωθεί το σοσιαλιστικό κίνημα, να έχει τη δική του αυτόνομη δράση, και να εκφράζει ένα πολυσυλλεκτικό κοινωνικό ρεύμα. Αυτές οι ιστορικές εμπειρίες 30 ετών, είναι το δικό μας πολιτικό κεκτημένο. Είναι η ευθύνη και το βάρος για να συνεχίσουμε ένα δρόμο, να τον εμπλουτίσουμε, και όπου είναι χρήσιμο, να τον αναπροσαρμόσουμε. Το σοσιαλιστικό κίνημα (το Σ.Κ. ΕΔΕΚ και το Κίνημα Σοσιαλδημοκρατών) είναι μια μεγάλη κατάκτηση στο πολιτικό μας σύστημα, ένα κύριο συστατικό στον ιδεολογικό πλούτο της κοινωνίας μας.

Στη σημερινή συγκυρία, οι αξιολογήσεις έχουν συγκεκριμένο περιεχόμενο. Χρειαζόμαστε ένα δημιουργικό σχεδιασμό μέσα στον οποίο τα πολλά στελέχη και μέλη μας θα δώσουν τον καλύτερό τους εαυτό, να αντιμετωπίσουμε με επιτυχία τις προκλήσεις. Να γίνει το σοσιαλιστικό κίνημα πρωταγωνιστής στις εξελίξεις, να κερδίσουμε το στοίχημα στις βουλευτικές εκλογές του 2001, και έτσι να κατακτήσουμε τον ρυθμιστικό μας ρόλο στις Προεδρικές Εκλογές. Έχουμε τα ιδεολογικά υλικά, έχουμε τις οργανωτικές δυνάμεις, έχουμε τα στελέχη που είναι σε θέση να καθοδηγήσουν τις εξελίξεις, να διαμορφώσουν νέες πολιτικές. Ο στόχος μας είναι ξεκάθαρος: να γίνουμε κέντρο των εξελίξεων, να αξιοποιήσουμε τα συγκριτικά μας πλεονεκτήματα στο πολιτικό σύστημα για να είμαστε ένα πρωταγωνιστικό πολιτικό κίνημα.

ΠΟΛΙΤΙΚΟΣ ΣΧΕΔΙΑΣΜΟΣ

Με αφετηρία την 11η Ιουνίου, ο πολιτικός σχεδιασμός μας ισοδυναμεί με ένα πολύ δυνατό ιδεολογικό στοίχημα. Με δυναμική στρατηγική, (2001 – 2003) να ισχυροποιήσουμε τον κεντρικό μας ρόλο στο πολιτικό σύστημα, δημιουργώντας, έτσι, τις προϋποθέσεις για να ξεφύγουμε από την εσωστρέφεια. Κύρια προϋπόθεση για τα πιο πάνω, είναι η ανάδειξη ισχυρών συλλογικών οργάνων (Κ.Ε., Π.Γ.), τα οποία με τη δράση τους να γίνουν εργαλεία της ανάπτυξης και της παραγωγής πρωτοβουλιών. Χρειαζόμαστε στελέχη που θα λειτουργήσουν με πολιτικά κριτήρια, που θα στηρίξουν μαχητικά τη σοβαρή λειτουργία των συλλογικών οργάνων, που θα πιστέψουν βαθιά στις συνθέσεις, στην πολυφωνική διαδικασία, στην αξιοποίηση όλων των στελεχών με μοναδικό κριτήριο τη γνώση και την αποτελεσματικότητά τους. Τα πρόσωπα έχουν κυρίαρχο ρόλο στις εξελίξεις, γι' αυτό και είναι σημαντικό να αναδείξουμε στελέχη με απόψεις, με αξιοπιστία, με συνθετική ικανότητα, να δώσουμε έτσι, νέα πνοή στη λειτουργία του χώρου. Στελέχη που με τη δράση τους θα οικοδομούν την ενιαία και μεγάλη σοσιαλιστική παράταξη.

ΣΥΝΑΣΠΙΣΜΟΣ ΕΞΟΥΣΙΑΣ

Οι σοσιαλιστικές απόψεις έχουν ευρεία απήχηση, είναι το κυρίαρχο πολιτικό ρεύμα στο σύγχρονο κόσμο. Έχουν ένα βαθύ ανθρωπιστικό περιεχόμενο γιατί συνδυάζουν την ανάπτυξη με την περισσότερη κοινωνική δικαιοσύνη, την παραγωγή πλούτου μέσα σε συνθήκες περισσότερης αλληλεγγύης, την ισόρροπη ανάπτυξη με σεβασμό στην ποιότητα ζωής, το περιβάλλον, την ευαισθησία στην πολιτιστική δημιουργία.

Οι σοσιαλιστικές δυνάμεις έχουν την κύρια ευθύνη για να αντιμετωπίσουν τα νέα φαινόμενα που μας περιβάλλουν. Η τεχνολογία της γνώσης, η ηλεκτρονική επανάσταση απαιτούν εξίσου μεγάλες ανακατατάξεις στον χώρο της παιδείας, και της δημόσιας διοίκησης, στη δημόσια και ιδιωτική σφαίρα της πολιτικής. Όλα έχουν ξεχωριστό νόημα μόνο εάν είσαι σε θέση να τα οργανώσεις στην πράξη, να τα υλοποιήσεις. Και αυτό θα συμβεί, εάν έγκαιρα, μεθοδικά, και συστηματικά επιτύχουμε την οικοδόμηση ενός προοδευτικού συνασπισμού εξουσίας με κεντρικές επιδιώξεις την ανανέωση, τη μεταρρύθμιση, τη νέα ποιότητα στις λειτουργίες της πολιτείας μας. Η Κύπρος χρειάζεται ένα πρόγραμμα αλλαγών που θα την φέρουν πιο κοντά στις ευρωπαϊκές εξελίξεις, πιο κοντά στο ευρωπαϊκό επίπεδο κοινωνικής ανάπτυξης.

Ένας Συνασπισμός Εξουσίας για να είναι προοδευτικός, οφείλει να δείξει με έργα πως ενώνει τους πολίτες με βάση την αξία και τις ανάγκες τους, αρνείται τις διανομές λαφύρων στα «δικά μας παιδιά», κινητοποιεί τους πολίτες για να επιτύχουμε θεσμικές μεταρρυθμίσεις, απορρίπτει τις τεχνητές διαιρέσεις και επιδιώκει να δώσει στους πολίτες ευκαιρίες για συμμετοχή, διεκδίκηση, δράση. Η κοινωνία μας έχει ανάγκη από βαθιές μεταρρυθμιστικές παρεμβάσεις στις μικρές και μεγάλες σφαίρες της πολιτικής. Έτσι, είναι χρήσιμο και προοδευτικό τα κόμματα να παραχωρήσουν μέρος από τις ευθύνες που δεν τους αναλογούν (αθλητισμός, σχολείο, καφενεία) για να μπορέσουν, οι πολίτες να πάρουν περισσότερες πρωτοβουλίες και τα κόμματα να κερδίσουν περισσότερο κύρος και ποιότητα. Προοδευτικό είναι ότι προσθέτει δυνάμεις, γνώσεις και εξουσίες στις αυτοδύναμες συλλογικές δράσεις, αρνείται τον στενό κομματικό έλεγχο, και κτίζει βήμα με βήμα, την αποκεντρωμένη, συμμετοχική πολιτεία.

ΕΥΡΩΠΑΪΚΟ ΠΛΑΙΣΙΟ

Η σταθερή, βήμα με βήμα πορεία για ένταξη της Κυπριακής Δημοκρατίας στην Ε.Ε. αποδεικνύεται ως η πιο σημαντική επιλογή για την κοινωνία μας τα τελευταία χρόνια. Κινήσεις, διπλωματικές μάχες και σχεδιασμοί απέδωσαν οφέλη και συσσωρεύουν δυνάμεις για τις επόμενες προσπάθειες. Οι σταθμοί είναι σημαντικοί (1988, 1995, 1998, 1999) γι' αυτό ο λαός μας έχει επίγνωση πως στις διεθνείς σχέσεις, τίποτα δεν χαρίζεται, ότι πολλά αφορούν τις δικές μας αναλύσεις, τη διεύρυνση των συμμαχιών μας, και την ισχυροποίηση ενός πλέγματος αρχών και συμφερόντων που να προωθούν την κυπριακή υπόθεση.

Η ένταξη της Κυπριακής Δημοκρατίας στην ΕΕ το 2003/4, σηματοδοτεί την ανάγκη για επεξεργασία στρατηγικών κινήσεων για την πατρίδα μας, που να προωθούν τις πολιτικές ασφάλειας ανάμεσα στην Κύπρο και την Ευρώπη. Η αυτόνομη ευρωπαϊκή ομπρέλα ασφαλείας, αν και βρίσκεται στα πρώτα της βήματα, είναι μια θεσμική επιλογή για το λαό μας, που οδηγεί σε τριπλή δράση:

  • στη Δυτικοευρωπαϊκή Ένωση (αμυντικός βραχίονας της ΕΕ, όσο αυτός υπάρχει)
  • στην ΚΕΠΠΑ (Κοινή Εξωτερική Πολιτική και Πολιτική Ασφάλειας) και
  • στον Κοινό Ευρωπαϊκό Στρατό μέχρι το 2003.

Ένα πολλαπλό σύστημα διεθνών σχέσεων, ισοδυναμεί με ισχυροποίηση των διεθνών ερεισμάτων μας στην ΕΕ, σε συνδυασμό με την επιτυχημένη δράση του κόμματός μας στο Ευρωπαϊκό Σοσιαλιστικό Κόμμα και τη Σοσιαλιστική Διεθνή. Έτσι η Κυπριακή Δημοκρατία, ως τμήμα ενός ευρύτερου συστήματος ασφαλείας, μπορεί να δημιουργήσει ευρύτερες περιφερειακές σχέσεις, να αποκτήσει ερείσματα για πιο αποφασιστική δράση και ανοίγματα στην πολύπλοκη Μέση Ανατολή. Οι πολιτικές ασφάλειας στην ευρωπαϊκή ήπειρο, είναι μια ανοικτή πρόκληση για το μέλ