Μήνυμα
Βιογραφικό
Φωτογραφικό Υλικό
Ηλεκτρονικά Βιβλία
  Πορτρέτο για επτά Μεταρρυθμιστές
  Αλλάζει η Τουρκία;
  Γκάλοπ και εξωτερική πολιτική
  Δέκα πολιτικές φυσιογνωμίες της Κύπρου
  Ανάπτυξη σε μια ενωμένη, ισχυρή κοινωνία
  Η ΕΕ καταλύτης της λύσης στο κυπριακό
  Η Κύπρος και οι Ε.Τ σχέσεις
  Ανανέωση και Εκσυγχρονισμός της Κυπριακής Κοινωνίας
  Ο Κεμαλισμός σε πρώτο πρόσωπο
  Λατινική Αμερική
Εκδόσεις
Άρθρα - Μελέτες
  2009
  2008
  2007
  2006
  2005
  2004
  2003
  2002
  2001
  2000
  1985-1999
Ομιλίες
Ντοκουμέντα
Ιστορικά
ΝΕ Γράμματα
Σύνδεσμοι
Επικοινωνία

                                    ΛΑΡΚΟΣ ΛΑΡΚΟΥ

 

                Η ΚΥΠΡΟΣ ΚΑΙ ΟΙ ΕΥΡΩΤΟΥΡΚΙΚΕΣ ΣΧΕΣΕΙΣ.

 

 

                           

 

                                           ΛΕΥΚΩΣΙΑ, 20006



ΠΕΡΙΕΧΟΜΕΝΑ


  1. Εισαγωγικά
  2. Η δικαίωση της Κύπρου
  3. Το κυπριακό στις ευρωτουρκικές σχέσεις
  4. Ο ρόλος της ΕΕ στο κυπριακό
  5. Η ΕΕ καταλύτης στη λύση του κυπριακού
  6. Η ΕΕ στο παγκόσμιο σύστημα
  7. Το δίκτυο ασφαλείας για την Κύπρο
  8. Η Κύπρος στην Ευρωπαϊκή άμυνα
  9. Ευρωπαϊκή πολιτική ασφάλειας
  10. Οι βάσεις και η ΚΕΠΠΑ
  11. Το ελληνοτουρκικό πλαίσιο
  12. Από τις Συμφωνίες κορυφής στη λύση
  13. Η νέα διαπραγμάτευση του κυπριακού
  14. Πρωτόκολλο και συμμαχίες
  15. Το εσωτερικό μέτωπο
  16. Εξωτερική πολιτική και εσωτερικές περιπέτειες
  17. Η Τουρκία στο δυτικό δρόμο
  18. Το δυτικό πλεονέκτημα
  19. Από τις 17 Δεκεμβρίου 2004 στις 3 Οκτωβρίου 2005
  20. Ο σταθμός της 3ης Οκτωβρίου 2005
  21. Οι μειονότητες στην κόκκινη γραμμή
  22. Το ψευδοκράτος σε αδιέξοδο
  23. Τέλος στον κύκλο του Ντενκτάς
  24. Τα πέντε λάθη της Άγκυρας
  25. Το ευρωκοινοβούλιο στον σκληρό πυρήνα
  26. Η Άγκυρα με νέο κατάλογο
  27. Η γενοκτονία στο δρόμο των Βρυξελλών
  28. Τρομοκρατία και διεύρυνση
  29. Βιβλιογραφία




 ΕΙΣΑΓΩΓΙΚΑ

 

      Η Κύπρος με την ένταξή της στην ΕΕ την 1η Μαίου 2004 σφράγισε μια μακρά και δαιδαλώδη πορεία υπερνικώντας όλα τα βασικά εμπόδια στο δρόμο της για την πλήρη ένταξη. Μια πορεία που άρχισε από το 1962 ,πέρασε από ενστάσεις και αρνήσεις για να φθάσει στο τελικά θετικό αποτέλεσμα με την υπογραφή στην Αθήνα του κειμένου της διεύρυνσης με τα 10 νέα κράτη-μέλη στις 16 Απριλίου 2003.

Έτσι έκλεισε ο κύκλος συμμετοχής της Κυπριακής Δημοκρατίας στο Κίνημα των Αδεσμεύτων (1960-2003) και με την υπογραφή της 1ης Μαίου 2004 έγινε πλήρες μέλος της ΕΕ.

Αυτή η εξέλιξη έγινε αντικείμενο μιας μακρόχρονης πολιτικής αντιπαράθεσης ανάμεσα στην Κυπριακή Δημοκρατία και την Τουρκία και επ’αυτής η ΕΕ πήρε αποφάσεις μετά από σκληρές και επίπονες διαπραγματευσεις. To 1962 ακολούθησε μια μακρά περίοδος παγώματος της Συμφωνίας Σύνδεσης έως ότου η ελληνική κυβέρνηση (1984) αξιοποίησε το προνόμιο της ομοφωνίας και άνοιξε το δρόμο στην Τελωνειακή Ένωση Κύπρου-ΕΟΚ. Η συμφωνία αυτή τέθηκε σε εφαρμογή την 1η Ιανουαρίου 1988. Με τη συμφωνία της 6ης Μαρτίου 1995  οι  15 καθόρισαν χρονοδιάγραμμα για έναρξη ενταξιακών συνομιλιών  έξι μήνες μετά το τέλος της τότε Διακυβερνητικής Διάσκεψης. Η συμφωνία τέθηκε σε εφαρμογη στις 28 Μαρτίου 1998 και η Κύπρος μπήκε από τις πρώτες  στην ομάδα  των χωρών που έκλειναν τα κεφάλαια της διαπραγμάτευσης.

Με το Κείμενο Συμπερασμάτων της Συνόδου Κορυφής της ΕΕ στο Ελσίνκι το 1999 η Κύπρος απέκτησε το προνόμιο της ένταξης με αποσύνδεση από την προηγούμενη λύση στο κυπριακό.

 Η μακρά πορεία στις σχέσεις της Τουρκίας με το δυτικό κόσμο από το 1923 εώς σήμερα, πέρασε μέσα από τρία, κυρίως, στάδια:

Πρώτο, από την ίδρυση της Τουρκικής Δημοκρατίας (1923) έως το θάνατο του Κεμάλ Αττατούρκ (1938) και συμπίπτει με την έναρξη του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου. Κύριο χαρακτηριστικό αυτής της περιόδου ήταν η περιπετειώδης προσαρμογή της τουρκικής δημοκρατίας στις μεταρρυθμίσεις που επέβαλε στη χώρα ο Κεμάλ Αττατούρκ.

Δεύτερο, από το τέλος  του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου (1945) έως την πτώση του σοβιετικού μπλόκ (1990). Κύριο χαρακτηριστικό αυτής της περιόδου είναι η ενσωμάτωση της γεωπολιτικής αξίας της Τουρκίας στο δυτικό σύστημα άμυνας απέναντι  στη “σοβιετική απειλή». Το τουρκικό πολιτικό σύστημα σταδιακά περνά στον έλεγχο του στρατιωτικού κατεστημένου, υπηρετώντας, έτσι ένα σύστημα σχέσεων στο διεθνές πεδίο που του προσέδιδε το ρόλο μιας περιφερειακής δύναμης.

Από το 1963 η Τουρκία υπέγραψε Συμφωνία Σύνδεσης με την ΕΟΚ (12 Σεπτεμβρίου 1963) αλλά αυτή η εμπορική συμφωνία οδηγήθηκε σε περιπέτειες με την επιβολή της δικτατορίας του στρατηγού Κ.Εβρέν (1980).

Τρίτο, από την κατάρρευση του διπολικού  σχήματος στις διεθνείς σχέσεις έως σήμερα. Σε ένα  σύστημα από αβεβαιότητες και εντάσεις  στις περιφερειακές διενέξεις , η Τουρκία  αποφάσισε “την αναζωογόνηση των σχέσεων της Τουρκίας με την ΕΟΚ” σύμφωνα με τη δήλωση του τότε Υπουργού Εξωτερικών Β. Χαλέφογλου στην τουρκική εθνοσυνέλευση – 18 Νοεμβρίου 1985. Στη συνέχεια με τη σφραγίδα του Τ. Οζάλ αποφάσισε να βαδίσει πιο αποφασιστικά το δυτικό δρόμο με την υποβολή αίτησης για πλήρη ένταξη στην ΕΟΚ στις 14 Απριλίου1987. Η απόρριψη της αίτησης από την ΕΟΚ στις 18 Δεκεμβρίου 1987 με την επεξήγηση ότι δεν πληρούσε τα κριτήρια ενός υποψήφιου μέλους, οδήγησε σε μια περίοδο οξύτητας. Στις 6 Μαρτίου 1995 επήλθε συμφωνία για την υπογραφή της Τελωνειακής Ένωσης ΕΟΚ-Τουρκίας. Από το 1997 έως το 1999 οι σχέσεις των δύο πλευρών πέρασαν από νέα κρίση εξαιτίας την άρνησης της ΕΟΚ να εντάξει  την Τουρκία στην κατηγορία των επιλέξιμων για έναρξη ενταξιακών συνομιλιών κρατών. Τον Ιούνιο του 1999 απερρίφθη το σχετικό τουρκικό αίτημα στη Σύνοδο Κορυφής της Κολωνίας.

Το ζήτημα έφθασε στη  Σύνοδο Κορυφής στο Ελσίνκι (1999) όπου αποφασίστηκε να χορηγηθεί στην Τουρκία το καθεστώς της υποψήφιας χώρας χωρίς όμως να οριστεί ημερομηνία για έναρξη ενταξιακών συνομιλιών. Τον Δεμέμβριο του 2002 στη Σύνοδο Κορυφής της Κοπεγχάγης οι  ευρωπαίοι ηγέτες όρισαν τον Δεκέμβριο του 2004 ως το χρονικό σταθμό για την οριστικοποίηση της απόφασης για καθορισμό χρονοδιαγράμματος για έναρξη ενταξιακών συνομιλιών.

Στις 6 Οκτωβρίου 2004 η Επιτροπή έδωσε τη θετική της γνωμοδότηση για την έναρξη ενταξιακών συνομιλιών . Σταθμός στις ευρωτουρκικές σχέσεις υπήρξε η Σύνοδος Κορυφής των Βρυξελλών  στις 17 Δεκεβρίου 2004 κατα την οποία οι 25 ομόφωνα αποφάσισαν την έναρξη ενταξιακών συνομμιλιών με την Τουρκία στις 3 Οκτωβρίου 2005 με ταυτόχρονη δέσμευση της Άγκυρας ότι θα επεκτείνει την Τελωνειακή Ένωση με την ΕΕ και με τα δέκα νέα κράτη-μέλη. Η Τουρκία υπέγραψε το Πρωτόκολλο της Άγκύρας στις 29 Ιουλίου 2005 δηλώνοντας ότι αυτή η κίνηση  δεν συνιστά αναγνώριση της Κυπριακής Δημμοκρατίας από την ίδια.

Στις 3 Οκτωβρίου 2005 αρχίζουν οι ενταξιακές διαπραγματεύσεις μέσα σε ένα δύσκολο πολιτικό κλίμα που δημιούργησαν οι ενστάσεις της Αυστρίας αλλά και η απροθυμία μεγάλου μέρους της ευρωπαϊκής κοινής γνώμης να αποδεχθεί το νέο στάδιο στις ευρωτουρκικές σχέσεις.

 


 Αρχή Βιβλίου ]


    Η ΔΙΚΑΙΩΣΗ ΤΗΣ ΚΥΠΡΟΥ

 

     Η  1η Μαίου 2004 σφράγισε μια μακρά πορεία προσπαθειών για την ένταξη της Κυπριακής Δημοκρατίας στην Ε.Ε. Είναι ο τελευταίος μεγάλος σταθμός. Αυτή η εξέλιξη προκάλεσε αισθήματα ικανοποίησης στους κύπριους πολίτες. Θυσίες, κόποι, υπομονή, αντοχή, είναι το τετράπτυχο της συμμετοχής των πολιτών της Κύπρου σε αυτό το μεγάλο ταξίδι προς την ελπίδα. Η Κυπριακή Δημοκρατία λαμβάνει μέρος στην πιο ανοικτή, σύγχρονη, προοδευτική κοινότητα κρατών και πολιτών του πλανήτη μας. Για αιώνες η Κύπρος έζησε τον εφιάλτη της γεωγραφικής της θέσης - απομόνωση, αποκλεισμοί, περιπέτειες. Η θέση της στη γεωπολιτική σκακιέρα υπήρξε η κύρια αιτία που οδήγησε σε μια ιστορική διαδρομή γεμάτη από ξένες επιδρομές, κατακτήσεις απο τις κατά καιρούς μεγάλεις παγκόσμιες δυνάμεις.

Μετά την 1η Μαίου 2004 αλλάζει η ποιοτική σταθερά πάνω στην οποία εξελίσσεται η δυναμική των πολιτικών συσχετισμών. Η Κύπρος ανήκει στην Ε.Ε. που σημαίνει ενισχύει τις δυνατότητές της στους τομείς της ασφάλειας, της ανάπτυξης και της εικόνας της στο διεθνές πεδίο.  Η υπογραφή  της Συνθήκης Προσχώρησης των δέκα νέων κρατών-μελών στην Αθήνα  στις 16 Απριλίου 2003 έχει τη δική της δαιδαλώδη ιστορία. Βήμα με βήμα οι  μεγάλες διπλωματικές μάχες για να προκύψει στις 16 Απριλίου 2003 η στιγμή της υπογραφής. Οι έξι μεγάλοι σταθμοί είναι:

Τελωνειακή Ένωση Κύπρου - ΕΟΚ από την 1η Ιανουαρίου 1988.

Υποβολή αίτησης ένταξης στις 4 Ιουλίου 1990.

Συμφωνία της 6ης Μαρτίου του 1995.

Έναρξη Ενταξιακών Διαπραγματεύσεων στις 28 Μαρτίου 1998.

Κείμενο Συμπερασμάτων του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου στο Ελσίνκι, Δεκέμβριος,1999.

Κείμενα της Συνόδου Κορυφής των 15 στην Κοπεγχάγη, Δεκέμβριος, 2002.

Έξι σταθμοί δεμένοι απολύτως μεταξύ τους. Στη βάση των μεγάλων σταθμών υπάρχει η ανάλυση, ο στοχασμός, η υπογραφή του Γιάννου Κρανιδιώτη. Οραματίστηκε, σχεδίασε, πάλεψε, μόχθησε, έθεσε τα θεμέλια του ευρωπαϊκού δρόμου του κυπριακού λαού. Ο Γ. Κρανιδιώτης  προκάλεσε την ιστορική κίνηση για να γίνει η Κύπρος πλήρες μέλος της ευρωπαϊκής οικογένειας. Μπορούσε να διαβλέψει τις εξελίξεις, να συνεκτιμήσει τις εθνικές προτεραιότητες σε σχέση με το διεθνές περιβάλλον και να δημιουργήσει επωφελείς συσχετισμούς για να προωθηθούν αποτελεσματικά τα συμφέροντα της Κύπρου και της Ελλάδας. Άριστος σχεδιαστής της πολιτικής των διασυνδέσεων, οικοδομούσε ισορροπίες συμφερόντων και μέσω αυτών έφερε την Κύπρο στη λεωφόρο της πλήρους ένταξης.

 Ότι σήμερα είναι ικανοποίηση, δεν ήταν έτσι στα  είκοσι, περίπου, χρόνια του ευρωπαϊκού αγώνα. Στους βασικούς σταθμούς υπήρξε διάχυτη γκρίνια από την πλειοψηφία της κυπριακής πολιτικής ηγεσίας, υπήρξε αναποφασιστικότητα, σύγχυση προτεραιοτήτων, δισταγμοί, σιωπές, έλλειψη στόχων, κριτική χωρίς αντιπροτάσεις. Με ευτυχή ιστορική σύμπτωση ο Γ. Κρανιδιώτης δούλεψε τους κύριους σταθμούς με την πολιτική κάλυψη του Α. Παπανδρέου και του Κ. Σημίτη. Ο Γ. Κρανιδιώτης δεν υπέκυψε στον πειρασμό της μικροπολιτικής και στο εύκολο χειροκροτήματα.  Έκλεισε τ' αυτιά του στις αδιέξοδες ρητορίες και έδωσε στην Κύπρο τα δύο Ελσίνκι -την 6η Μαρτίου 1995 και το σχεδιασμό των διεκδικήσεων για τη Σύνοδο Κορυφής στο Ελσίνκι από τις 12 Ιουλίου 1999.

Στην Κυπριακή Δημοκρατία το Γραφείο Προγραμματισμού με τους αφανείς πρωταγωνιστές του έκανε όλα αυτά τα χρόνια εργασία βάθους καθώς, επίσης  και το Γραφείο της Ομάδας για τις Ενταξιακές Διαπραγμάτευσεις  με επικεφαλής τον Γ. Βασιλείου.  Ο Γ. Κληρίδης, ο Γ. Βασιλείου, και ο Σ. Κυπριανού είναι οι τρεις πρόεδροι που κατά περίπτωσιν και κατά θέμα, βοήθησαν στην πρόοδο των ευρωκυπριακών σχέσεων. Ο Γ.Κληρίδης είχε το ιστορικό προνόμιο να είναι ο πρόεδρος στη Σύνοδο Κορυφής της ΕΕ στην Κοπεγχάγη (2002) όπου οριστικοποιήθηκε η ένταξη της ενιαίας Κυπριακής Δημοκρατίας στην ΕΕ και χωρίς επίλυση του κυπριακού. Ο Γ. Βασιλείου στις 4 Ιουλίου 1990 υπέβαλε την αίτηση της Κυπριακής Δημοκρατίας  για να γίνει πλήρες μέλος της ΕΟΚ. Ο Σπ. Κυπριανού είναι ο πρόεδρος που σφράγισε την Τελωνειακή ‘Ενωση Κύπρου-ΕΟΚ από την 1η  Ιανουαρίου 1988.

Η πορεία είχε τους πιο κάτω βασικούς σταθμούς:

Το 1962 υπεγράφη Εμπορική Συμφωνία μεταξύ Κύπρου και ΕΟΚ. Στις 19 Δεκεμβρίου 1972 υπεγράφη η Συμφωνία Σύνδεσης Κύπρου-ΕΟΚ η οποία τέθηκε σε ισχύ την 1η Ιουνίου 1973. Ωστόσο η  ΕΟΚ ήταν απρόθυμη να δώσει νέα ώθηση στην από το 1973 σχέση της με την Κύπρο εξαιτίας της νέας κατάστασης πραγμάτων που δημιούργησε η τουρκική εισβολή.

Οι διαδικασίες για την προώθηση της Τ.Ε. Κύπρου-ΕΕ καθυστέρησαν  μια ολόκληρη δεκαετία εξαιτίας της πολιτικής κατάστασης στο νησί και την οποία τα περισσότερα κράτη-μέλη της ΕΟΚ δεν επιθυμούσαν να ακουμπήσουν. Το 1977 έπρεπε να είχε αρχίσει η δεύτερη φάση της  Συμφωνίας Σύνδεσης όπως προνοούσε η συμφωνία του 1973 που θα οδηγούσε σε διαπραγματεύσεις για την Τ.Ε . Τα περισσότερα κράτη-μέλη ήταν αρνητικά στην προώθηση αυτού του στόχου για πολιτικούς, κυρίως, λόγους.

Με πρωτοβουλίες που ανέλαβαν οι κυβερνήσεις του ΠΑΣΟΚ  με πρωθυπουργό τον Α. Παπανδρέου, με  την υπουργική ευθύνη στον  Θ. Πάγκαλο και  τη δημιουργική δράση του Γραμματέα Ευρωπαϊκών Υποθέσεων Γ. Κρανιδιώτη,  η Αθήνα πέτυχε να ξεμπλοκάρει το πάγωμα της σχέσης Κύπρου-ΕΟΚ διασυνδέοντας την με την προώθηση, ή μη, με τα Μεσογειακά Ολοκληρωμένα Προγράμματα που ενδιέφεραν ιδιαίτερα τη Γαλλία. Η διασύνδεση απέδωσε καρπούς, αφού πρώτα η Αθήνα κατέστησε σαφές στους εταίρους της ότι δεν θα έδινε τη συγκατάθεσή της στη Μεσογειακή πολιτική της ΕΟΚ εκτός εάν συμφωνούσαν στην προώθηση της Τ.Ε με την Κύπρο. Τελικά έγινε δεκτή η ελληνική θέση και έτσι άρχισαν οι διαπραγματεύσεις για να τεθεί σε ισχύ η Τ.Ε. την 1η Ιανουαρίου 1988.

Επόμενος σταθμός ήταν η συζήτηση γύρω από την υποβολή εκ μέρους της κυπριακής κυβέρνησηςαίτησης για να γίνει πλήρες μέλος της ΕΕ. Μετά από μια περίοδο δισταγμών  ο πρόεδρος Βασιλείου υπέβαλε την αίτηση στις 4 Ιουλίου 1990. Η αίτηση μπορούσε να είχε υποβληθεί ενωρίτερα -επί ελληνικής προεδρίας το δεύτερο εξάμηνο του 1988- όπως  είχαν συμβουλεύσει τον πρόεδρο Βασιλείου οι Θ. Πάγκαλος και Γ. Κρανιδιώτης με σχετική επιστολή τους.

Σε  άρθρο μου στον κυπριακό τύπο με τον τίτλο “ΕΟΚ, βήμα ταχύ” στις 5 Νοεμβρίου 1988 έγραφα ότι” έγκαιρα κατατίθεται η αίτηση της Κυπριακής Δημοκρατίας προς τις Βρυξέλλες με στόχο την πλήρη ένταξη. ..με χρόνο την προεδρία της ΕΟΚ από την Ελλάδα (β’ εξάμηνο του 1988) και σε συνεργασία με ομοειδείς περιπτώσεις λ.χ. Μάλτα. Η Τελωνειακή Ένωση μαζί με το αίτημα για την πλήρη ένταξη και την παραπομπή του αιτήματος στα αρμόδια όργανα της κοινότητας θα επιτρέπει στην Κύπρο να κινείται στον ευρωπαϊκό χώρο με πιο δημιουργικές παρεμβάσεις.. . Θα έχει ως κράτος ένα ακόμα  συν σε σχέση με άλλες χώρες που περιμένουν στον προθάλαμο. Δηλαδή η αίτηση θα της δώσει τα φτερά ενός σοβαρού διεκδικητή της 13ης θέσης στον κόσμο των ευρωπαϊκών κοινοτήτων..”

Η Ευρωπαϊκή Επιτροπή, σύμφωνα με το άρθρο 236 της Συνθήκης της ΕΕ εξέδωσε τη γνωμοδότησή της για την κυπριακή αίτηση τον Σεπτέμβριο του 1993. Η  Επιτροπή έκρινε την Κύπρο ως επιλέξιμη  για ένταξη από την πλευρά  των δεικτών της οικονομικής της ανάπτυξης, αλλά διατύπωσε αντιρρήσεις κατά πόσον η Κύπρος μπορεί να ενταχθεί στην Ένωση χωρίς προηγούμενη λύση στο πολιτικό πρόβλημα. Γι’ αυτό το λόγο η Επιτροπή εισηγήθηκε όπως η κυπριακή αίτηση επανεξεταστεί τον Ιανουάριο του 1995 υπό το φως των εξελίξεων στις διακοινοτικές συνομιλίες για επίλυση του κυπριακού κάτω από την αιγίδα του ΓΓ του ΟΗΕ. Η Επιτροπή συνέδεε ευθέως τις διαπραγματεύσεις για την ένταξη με την επίλυση  του κυπριακού  προβλήματος.

Επόμενος μεγάλος στόχος ήταν να ξεπεραστούν οι ισχυρές αυτές αντιρρήσεις με τον καθορισμό ημερομηνίας για έναρξη ενταξιακών διαπραγματεύσεων με την Κύπρο. Η ελληνική διπλωματία δούλεψε προς αυτή την κατεύθυνση εντάσσοντας το κυπριακό αίτημα  στο πλαίσιο της πολιτικής διεύρυνσης της ΕΟΚ προς την Ανατολική  και Νότια Ευρώπη. Έτσι η Κύπρος και η Μάλτα με την ένταξή τους θα ισορροπούν το ανατολικό άνοιγμα της ΕΟΚ δίνοντας ταυτόχρονα μεσογειακή διάσταση στην πολιτική της διεύρυνσης.

Ο Γ. Κρανιδιώτης αξιοποίησε την επιθυμία των ισχυρών μελών της ΕΟΚ για προώθηση της Τελωνειακής Ένωσης Τουρκίας-ΕΟΚ το 1994  και με τη δράση του δημιούργησε ισορροπίες συμφερόντων για να  προχωρήσει το αίτημα της Κύπρου για καθορισμό χρονοδιαγράμματος για έναρξη ενταξιακών συνομιλιών. Με την ιδιότητά του ως υφυπουργού  Εξωτερικών της Ελλάδας ο Γ. Κρανιδιώτης απέστειλε  επιστολή στους ευρωπαίους ομολόγους του στις 16 Νοεμβρίου 1994 και μεταξύ άλλων τόνιζε:

” Γνωρίζω ότι υπάρχει ανησυχία σε ορισμένους εταίρους σχετικά με την ένταξη της Κύπρου πριν από την επίλυση του κυπριακού. Ωστόσο το να θέτουμε την επίλυση του κυπριακού προβλήματος ως προϋπόθεση για την ένταξη της Κύπρου είναι σαν να δίνουμε τη δύναμη του βέτο στην Τουρκία, μια τρίτη χώρα,  πάνω σε ένα θέμα ευρωπαίκής πολιτικής που ανήκει στην αποκλειστική υπευθυνότητα της Ένωσης… Η Ελλάδα αναμένει ότι η ΕΕ καθώς επανεξετάζει την κυπριακή πορεία ένταξης να αποφύγει να στείλει λάθος μηνύματα στα εμπλεκόμενα μέρη. Κάθε καθυστέρηση στις διαπραγματεύσεις ένταξης της Κύπρου θα δώσει περισσότερους λόγους στην Τουρκία και την τ/κ ηγεσία να συνεχίζουν να μπλοκάρουν τις προσπάθειες των Ηνωμένων Εθνών για επίλυση του κυπριακού”.

Παρ’όλες τις προσπάθειες της Αθήνας, σημαντικός αριθμός εταίρων θεωρούσε ότι η Κύπρος δεν μπορούσε να πάει πέρα από την Τελωνειακή Ένωση  με την ΕΟΚ για λόγους που συνδέονταν με τη μη επίλυση του κυπριακού και την απροθυμία τους να πάρουν αποφάσεις που θα δυσαρεστούσαν την Άγκυρα. Μια νέα ευκαιρία παρουσιάστηκε όταν το  θέμα της Τελωνειακής Ένωσης  Τουρκίας-ΕΟΚ ήρθε προς συζήτηση στο Συμβούλιο τον Οκτώβριο του 1994. Οι αποφάσεις του Συμβουλίου απαιτούσαν ομοφωνία και αυτό αξιοποίησε η ελληνική διπλωματία. Η Ελλάδα παρουσίασε τις θέσεις της στις συναντήσεις του  Συμβουλίου των Υπουργών στο τέλος του 1994 και ο Γ. Κρανιδιώτης ετοίμασε το βασικό πλαίσιο των ελληνικών όρων.  Σύμφωνα με αυτούς η Ελλάδα θα έδινε  τη θετική γνώμη της για την Τ.Ε. Τουρκίας-ΕΟΚ μόνο εάν καθοριζόταν ακριβής ημερομηνία για την έναρξη ενταξιακών συνομιλιών με την Κύπρο. Επιπρόσθετα η Ελλάδα συνέδεσε το θέμα της Τ.Ε. με την Τουρκία και με άλλα ζητήματα όπως ο σεβασμός των ανθρωπίνων δικαιωμάτων στην Τουρκία και η ενίσχυση της ελληνικής κλωστοϋφαντουργίας. Σε αντίθετη περίπτωση η Ελλάδα δεν είχε άλλη επιλογή παρά να ασκήσει βέτο στο κείμενο συμφωνίας της Τ.Ε. με την Τουρκία που προβλεπόταν να αρχίσει την 1η Ιανουαρίου 1995. 

Το πρώτο εξάμηνο του 1995 η Γαλλία ανέλαβε την προεδρία της ΕΟΚ. Ο γάλλος Υπουργός Εξωτερικών Αλαίν Ζιπέ ανέλαβε την ευθύνη των διαπραγματεύσεων και μέσα σε μια επίπονη διπλωματική διαπραγμάτευση, ανατροπές,αλλαγές και βελτιώσεις επί  των κειμένων, τελικά στις 6  Μαρτίου 1995 επήλθε  συμφωνία στο Συμβούλιο των Υπουργών.  Μεταξύ άλλων η απόφαση τόνιζε ότι “το Συμβούλιο των Υπουργών επαναβεβαιώνει την καταλληλότητα της Κύπρου για την ένταξη και  επαναλαμβάνει τη θέληση της Ένωσης να ενσωματώσει την Κύπρο στο επόμενο στάδιο της διεύρυνσης…Οι διαπραγματεύσεις ένταξης θα αρχίσουν πάνω στις προτάσεις της Επιτροπης, έξι μήνες μετά το τέλος της Διακυβερνητικής Διάσκεψης του 1996, λαμβάνοντας υπόψη τα αποτελέσματα της Διάσκεψης..”

Η απόφαση αυτή υπήρξε καταλυτικής σημασίας γιατί επέτρεψε στην Κύπρο να ξεπεράσει τις υπό τις τότε συνθήκες εσωτερικές αντιδράσεις στην υποψηφιότητά της και έτσι να περάσει στο επόμενο που ήταν η έναρξη ενταξιακών συνομιλιών σύμφωνα με το χρονοδιάγραμμα που συμφωνήθηκε.

Στις 28 Μαρτίου 1998 άρχισαν οι ενταξιακές συνομιλίες οι οποίες έφεραν την Κύπρο στην πρώτη θέση της ενταξιακής προσπάθειας σε σχέση με τις άλλες υποψήφιες χώρες. Η πρόοδος αυτή δεν ήταν από μόνη της ικανή να ξεπεράσει τις επιφυλάξεις ή τις αρνήσεις σημαντικών χωρών της ΕΕ. Η  Γερμανία, η  Μ. Βρετανία, η  Γαλλία και η Ιταλία ήταν οι κύριες χώρες που απέκλειαν την ένταξη της Κύπρου με άλυτο το κυπριακό. Οι περισσότερες χώρες πίστευαν ότι η ΕΕ δεν έπρεπε να κληρονονομήσει  ένα πρόβλημα που παρέμενε στα χέρια του ΟΗΕ για δεκαετίες και –κάτω από άλλες αποφάσεις- θα προκαλούσε τριγμούς στις σχέσεις τους με ένα σημαντικό τους εμπορικό και πολιτικό εταίρο, την Τουρκία.

Αυτό τον πολιτικό Γόρδιο δεσμό  ανέλαβε να επιλύσει ο Γ. Κρανιδιώτης το 1999. Η άρνηση των ευρωπαίων εταίρων να ονομάσουν την Τουρκία υποψήφιο κράτος τον Ιούνιο του 1999 στη Σύνοδο Κορυφής της Κολωνίας κατέληξε σε μια  σκληρή κόντρα ανάμεσα στα δύο μέρη. Ο γερμανός καγκελάριος Χ. Κολ τήρησε άκαμπτη στάση στο ζήτημα αυτό και έγειρε την πλάστιγγα υπέρ της απόρριψης του τουρκικού αιτήματος.

Ωστόσο σημαντικοί γεωπολιτικοί λόγοι οδήγησαν τα ισχυρά κράτη-μέλη της Ένωσης στη διαμόρφωση μιας νέας πρότασης που θα οδηγούσε σε εκτόνωση της έντασης με την Τουρκία ενόψει της νέας Συνόδου Κορυφής τον Δεκέμβριο του 1999 στο Ελσίνκι. Σταδιακά σχεδόν όλα τα κράτη-μέλη και η Γερμανία με νέο καγκελάριο τον ηγέτη του Σοσιαλδημοκρατικού Κόμματος Γ. Σρέντερ, συμφώνησαν σε μια νέα φόρμουλα η οποία θα έδινε στην Τουρκία το καθεστώς της υποψήφιας χώρας, χωρίς όμως να καθορίζεται χρονοδιάγραμμα για την έναρξη ενταξιακών συνομιλιών. Στην ουσία ήταν μια πρωτότυπη φόρμουλα για να δοθεί στην Άγκυρα “ υποψηφιότητα της υποψηφιότητας” ως ένα βήμα πέρα από την Τελωνειακή Ένωση ΕΕ-Τουρκίας.

Ο Γ. Κρανιδιώτης με την ιδιότητα πλέον του αναπληρωτή Υπουργού Εξωτερικών της Ελλάδας διαμόρφωσε  τη νέα διαπραγματευτική θέση της Αθήνας. Με διορατικότητα, εύστοχους υπολογισμούς  και επίπονη προσπάθεια στις πιο σημαντικές πρωτεύουσες χωρών-μελών, διαμόρφωσε νέα δεδομένα στις ευρωκυπριακές σχέσεις με τη διατύπωση ενός πλαισίου διεκδικήσεων για την Κύπρο και την Ελλάδα μπροστά στο ενδεχόμενο οι ευρωπαίοι εταίροι να δώσουν στην Τουρκία τον τίτλο της υποψήφιας χώρας το Δεκέμβριο του 1999. Κεντρικός πυρήνας του πλαισίου θέσεων του Γ. Κρανιδιώτη ήταν να αξιοποιηθεί η επιθυμία των υπολοίπων ευρωπαίων εταίρων για πρόοδο στις ευρωτουρκικές θέσεις με κατάκτηση από την Κύπρο της απρόσκοπτης διαδικασίας ένταξή της. Δηλαδή να μην γίνει η Κύπρος όμηρος της τουρκικής αδιαλλαξίας, να μην γίνει για ακόμα μια φορά θύμα της τουρκικής επιθετικότητας, πράγμα ασυμβίβαστο με την επιθυμία της να αποκτήσει τον τίτλο της υποψήφιας χώρας. Το πλαίσιο αυτό υλοποίησαν με συστηματική προσπάθεια στο ευρωπαϊκό πεδιο ο πρωθυπουργός της Ελλάδας Κ. Σημίτης και ο Υπουργός Εξωτερικών  Γ. Παπανδρέου στη Σύνοδο Κορυφής της ΕΕ στο Ελσίνκι το Δεκέμβριο του 1999.

 Στην Ελλάδα ο Α. Παπανδρέου, ο Κ, Σημίτης, ο Θ. Πάγκαλος και ο Γ. Παπανδρέου έκαναν σοβαρή δουλειά σε κρίσιμες στιγμές. Ο Α. Παπανδρέου με τις επιλογές του το 1995 ρύθμισε το πλαίσιο της συμφωνίας της 6ης Μαρτίου 1995 με τον καθορισμό χρονοδιαγράμματος για έναρξη ενταξιακών συνομιλιών με την Κύπρο, έξι μήνες μετά το τέλος της τότε Διακυβερνητικής Διάσκεψης. Ο Κ. Σημίτης κέρδισε το πιο πολύπλοκο στοίχημα της ελληνικής διπλωματίας με την αποσύνδεση της ένταξης της Κύπρου από τη λύση του πολιτικού προβλήματος, μέσω  της συμφωνίας  των 15 στη Σύνοδο Κορυφής στο Ελσίνκι.

Ο Γ. Παπανδρέου με την αποφασιστική συμβολή του στην αλλαγή του πλαισίου εξέλιξης της ελληνοτουρκικής αντιπαράθεσης από διμερές ζήτημα σε ευρωτουρκικό, έδωσε στην Αθήνα το πλεονέκτημα  να καθοδηγεί αυτό το σχέδιο. Αυτή η στρατηγική υπήρξε καταλυτικής σημασίας για τους  κυπριακούς στόχους, γιατί επέτρεψε στην Κυπριακή Δημοκρατία να υλοποιήσει τα κείμενα και τους όρους που έθετε  και στη Λευκωσία το κείμενο του Ελσίνκι.

Ο Θ. Πάγκαλος με τη διασύνδεση της Μεσογειακής πολιτικής της ΕΟΚ (1985) με την Κύπρο συνέβαλε στο να βγει η σχέση Κύπρου-ΕΟΚ από τη ναφθαλίνη που το είχε θέσει η απροθυμία των ευρωπαίων να αντιμετωπίσουν το πολιτικό πρόβλημα της Κύπρου. Έτσι ξεκίνησε η μακρά πορεία των ευρωκυπριακών σχέσεων που οδήγησε στην Τ.Ε. Κύπρου-ΕΟΚ από την 1-1-1988.

Ειδική αναφορά πρέπει να γίνεται στο σεμνό, ακούραστο και δημι